Το να δίνουμε σημασία στους ανθρώπους που μέχρι πρότινος βρίσκονταν “στο περιθώριο” είναι μια από τις κατακτήσεις του 21ου αιώνα. Θέλω να πιστεύω ότι από την πλευρά μου συνεισφέρω και εγώ σε αυτό, με το να συμπαραστέκομαι σε όσους είναι μόνοι τους στη ζωή, ιδιαίτερα σε αυτούς που μένουν μόνοι για μια ολόκληρη ζωή.

 

Σήμερα η ιστορικός Rachel Chrastil πράττει τα ανάλογα για τους ανθρώπους που δεν έκαναν ποτέ παιδιά. Το βιβλίο της «How to Be Childless: A History and Philosophy of Life without Children» αφορά το φαινόμενο της ατεκνίας στη δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ τα τελευταία 500 χρόνια.

Ακολουθούν μερικές πολύ σημαντικές παρατηρήσεις της.
Ποιος λέγεται άτεκνος και πρέπει να χρησιμοποιούμε κάποιο διαφορετικό όρο;

«Γενικά» λέει η Chrastil «ορίζω ως άτεκνους αυτούς που δεν είχαν ποτέ βιολογικά παιδιά και δεν ανέλαβαν ποτέ την ανατροφή ενός παιδιού μέσω μιας υιοθεσίας ή κάποιου άλλου τρόπου».

Τεχνικά ο σωστός όρος για τους ανθρώπους που δεν έχουν παιδιά είναι η λέξη “nulliparous.”. Πρόκειται για τον ιατρικό όρο που αναφέρεται στις γυναίκες που δεν γέννησαν ποτέ είτε από επιλογή είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Αυτός ο όρος ισχύει επίσης και για τις γυναίκες που έχουν γεννήσει ένα θνησιγένιο μωρό ή ένα μωρό που διαφορετικά δεν ήταν σε θέση να επιβιώσει έξω από τη μήτρα. Η λέξη έχει λατινικές ρίζες, από το «null», που σημαίνει «όχι» και το ρήμα «parere», που σημαίνει «να φέρω».

Θεωρώντας τον όρο αυτό άκομψο, η ίδια συγγραφέας κρίνει την έκφραση «ελεύθεροι από παιδιά» πολύ επιθετική αλλά και τη λέξη «άτεκνοι» ότι εμπεριέχει μέσα της την έννοια της έλλειψης σε κάτι. Χρησιμοποιεί την τελευταία στο βιβλίο της ελλείψει μιας άλλης, ξεκαθαρίσει ωστόσο ότι «δεν θεωρεί την απουσία παιδιών σαν ένα μειονέκτημα που πρέπει να ξεπεραστεί» (Η ίδια εξάλλου δεν έχει παιδιά κατ’ επιλογή)

Πόσο συνηθισμένο είναι οι άνθρωποι να μην έχουν παιδιά;

Ο υψηλός δείκτης ατεκνίας δεν είναι κάτι καινούργιο. Όπως σημειώνει η Chrastil «η ατεκνία ήταν μια μακρόχρονη πραγματικότητα στις βορειοδυτικές πόλεις και χωριά από το 1500 και μετά». Υπήρχε μια εξαίρεση. «Η έκρηξη των γεννήσεων ήταν μια ανωμαλία, ένα διάλειμμα που κράτησε για περισσότερο από 20 χρόνια. Στη συνέχεια η ατεκνία επέστρεψε περισσότερο αμφιλεγόμενη και δημόσια αμφισβητήσιμη από ποτέ”.

Η ατεκνία δεν είναι μόνο ένα δυτικό φαινόμενο. «Η ατεκνία είναι χαρακτηριστικό όλων των κουλτούρων, με διαφορετικές προσδοκίες από αυτήν ανάλογα με το χρόνο και τον τόπο».

Οι πιο υψηλοί δείκτες ατεκνίας που έχουν καταγραφεί ποτέ (συμπεριλαμβανομένων και των σημερινών) αφορούσε τις γυναίκες το 1900. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, το 24% των γυναικών που γεννήθηκαν κοντά στο 1900 δεν απέκτησαν ποτέ παιδιά. Ανάμεσα σε αυτούς που γεννήθηκαν μισό αιώνα αργότερα, μεταξύ 1950-1954, ένα ποσοστό γυναικών της τάξεως του 17% έφτασαν την ηλικία των 45 ετών χωρίς να αποκτήσουν παιδιά.

Το 1900 οι γυναίκες που απέκτησαν παιδιά είχαν περίπου τα μισά σε αριθμό παιδιά από τις γυναίκες έναν αιώνα πριν. «Στις ΗΠΑ οι λευκές γυναίκες το 1800 είχαν 7 παιδιά, το 1900 συνήθως 3 ή 4 παιδιά».

Η ψυχολογία των ενηλίκων που δεν απέκτησαν παιδιά και εκείνων που τους κρίνουν

Στη διάρκεια της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης (1517-1648) «οι θρησκευτικές, νομικές, οικογενειακές και πολιτιστικές πιέσεις είχαν σχεδιαστεί… για να διασφαλίσουν αφενός την αναπαραγωγή των γυναικών και αφετέρου αυτή να γίνεται εντός αποδεκτών παραμέτρων». Ωστόσο το γεγονός ότι αυτές οι πιέσεις θεωρούνταν απαραίτητες, αποδεικνύει «τον φόβο ότι οι γυναίκες μπορεί με κάποιο τρόπο να ξέφευγαν».

Στη δεκαετία του 1600 οι γυναίκες που ήταν μόνες τους χωρίς παιδιά «θεωρούνταν ύποπτες για μαγεία και σε πολλές περιπτώσεις τις κρεμούσαν με αυτήν την κατηγορία».

Το στερεότυπο ότι οι γυναίκες χωρίς παιδιά «διασκεδάζουν περισσότερο από ότι είναι σωστό για το δικό τους καλό» κρατά καλά μέσα στους αιώνες. Για του λόγου το ασφαλές η Chrastil βρήκε σχετικό παράδειγμα στο βιβλίο «The Wealth of Nations» του Adam Smith.

Μεταξύ του 1500 και του 1800 οι γυναίκες συχνά εξέφραζαν σκεπτικισμό περισσότερο σε σχέση με το γάμο και λιγότερο σε σχέση με τα παιδιά. Η Chrastil παραθέτει στο βιβλίο της ένα φυλλάδιο του 1707 με τίτλο «Οι Δεκαπέντε Ανέσεις της Αδέσμευτης Ζωής». Μια άλλη έκδοση του 1739 έφερε τον τίτλο «Καλές Συμβουλές για τις Κυρίες που θέλουν να Μείνουν Μόνες».

Δημοφιλείς εξηγήσεις για τα μεγάλα ποσοστά ατεκνίας στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα αποτελούν το πρωτοεμφανιζόμενο αντισυλληπτικό χάπι καθώς επίσης και ο σημαντικός αριθμός αδέσμευτων ανθρώπων. Η Chrastil πιστεύει πως και κάτι άλλο ήταν εξίσου σημαντικό για το ίδιο αποτέλεσμα: η αυξανόμενη αποδοχή «της επιλογής μιας άλλης εναλλακτικής από την παραδοσιακή οικογένεια» συμπεριλαμβανομένης αυτής του γάμου χωρίς όμως να αποκτηθούν παιδιά.

Η έννοια της επιλογής τη δεκαετία του 1960 «συνδέθηκε απόλυτα με τις ιδέες της δημοκρατίας και της ελευθερίας…».

Η απόφαση μιας ζωής χωρίς σύντροφο ή παιδιά, που στις προηγούμενες κοινωνίες ήταν ταυτόσημη με τη ντροπή, τη λύπη και την οικονομική εξάρτηση, τότε άρχισε να συνδέετε με τη μεγαλύτερη ελευθερία». Οι άνθρωποι συνέχιζαν να είναι επικριτικοί απέναντι σε αυτούς που δεν έκαναν παιδιά, ιδιαίτερα αν επρόκειτο για επιλογή τους.

Τη δεκαετία του 1970 «οι άνθρωποι ήταν πρόθυμοι να αλλάξουν τα μυαλά τους σχετικά με την ατεκνία, με έναν τρόπο που δεν συνέβαινε τις προηγούμενες δεκαετίες αλλά ούτε και όσες ακολούθησαν».

Προκλήσεις για το σεβασμό προς τη μητρότητα

Ο Thomas Robert Malthus που αντιτίθοντο στην αύξηση του πληθυσμού με την περιβόητη έκθεση του το 1798, περιλάμβανε στην κατοπινή νέα έκδοση της ίδιας το 1803 μια παράγραφο υπέρ των γυναικών που ζούσαν μόνες. «…Η συμπεριφορά της γεροντοκόρης συνέβαλε περισσότερο στην ευτυχία της κοινωνίας από αυτή της οικοδέσποινας». Στη συνέχεια ωστόσο παντρεύτηκε και διέγραψε κάθε αναφορά στις αδέσμευτες γυναίκες στις επόμενες εκδόσεις του.

Οι πολιτικοί ηγέτες στις ΗΠΑ, ακόμα και οι συντηρητικοί, δεν ενθάρρυναν πάντα τις γυναίκες να αποκτούν πολλά παιδιά. Για παράδειγμα το 1972 ο πρόεδρος Νίξον διόρισε μια Επιτροπή για την Ανάπτυξη του Πληθυσμού και το Αμερικανικό Μέλλον, η οποία «κατήγγειλε την ξεπερασμένη αμερικανική παράδοση υπέρ της ανεξέλεγκτης γονιμοποίησης και ενθάρρυνε όλους τους Αμερικανούς να αγκαλιάσουν τον έλεγχο της»

Ο ρομαντισμός της μητρότητας δέχτηκε μεγάλο χτύπημα τη δεκαετία του 1980 με τη κυκλοφορία του βιβλίου «Childless by Choice» της κοινωνιολόγου Jean Veevers.

Από τις συνεντεύξεις της φάνηκε ότι πολλές γυναίκες έβλεπαν τη μητρότητα «ούτε σαν κάποιο μεγάλο επίτευγμα, ούτε σαν μια ιδιαίτερα δημιουργική πράξη… είναι εξίσου πιθανό για κάποιες γυναίκες ένα μωρό να αποτελεί την αποζημίωση για το βιβλίο που δεν έγραψαν, τον πίνακα που δεν ζωγράφισαν ή το πτυχίο που δεν τελείωσαν».

Το 2017 η Orna Donath έριξε λάδι στη φωτιά της όλης δημόσιας συζήτησης με την κυκλοφορία του βιβλίου της «Regretting Motherhood», η οποία βασίστηκε σε συνεντεύξεις της με γυναίκες που μετάνιωσαν που έκαναν παιδιά.

Τα χαρακτηριστικά των γυναικών που δεν έχουν παιδιά

Σήμερα είναι σημαντικό να διαχωρίζουμε μεταξύ της οικογενειακής και της γονικής κατάστασης. Κι αυτό γιατί πολλοί αδέσμευτοι άνθρωποι έχουν παιδιά και πολλοί παντρεμένοι όχι. Ιστορικά βέβαια τα πράγματα ήταν πιο ξεκάθαρα. Οι αδέσμευτες γυναίκες τυπικά δεν είχαν παιδιά. «Στην αρχή της μοντέρνας περιόδου, κάποιος δεν επέλεγε την ατεκνία αλλά απέρριπτε (ή αποτύγχανε) να έχει όλο το πακέτο του γάμου και των παιδιών. Ο σύζυγος και το παιδί έρχονταν με την ίδια ανάσα».

«Οι άτεκνοι μεγαλύτερης ηλικίας ενήλικες είναι σήμερα περισσότερο πιθανό να ζουν μόνοι τους ή σε ιδρύματα, σε σύγκριση με τους γονείς που είναι πιθανότερο να ζουν με συζύγους ή παιδιά».

Αλλά ακόμη και για τους ανθρώπους που έχουν παιδιά «δεν υπήρξε κάποια χρυσή εποχή φροντίδας των ηλικιωμένων, τουλάχιστον στις τελευταίες κοινωνίες… Τα παιδιά μεταναστεύουν ή μετακομίζουν. Αντιμετωπίζουν το δικό τους οικονομικό στρες, συζυγικές διαμάχες, εθισμούς και προβλήματα. Ίσως να μην έχουν τίποτα να δώσουν».

«Ακριβώς όπως και πριν από 150 χρόνια… οι άτεκνες γυναίκες στον 21ο αιώνα είναι περισσότερο μορφωμένες, λιγότερο θρησκευόμενες, περισσότερο δεσμευμένες στις καριέρες τους, λιγότερο παραδοσιακές στους ρόλους των φύλων και περισσότερο των πόλεων από τις μητέρες τους.»

Σήμερα «οι άτεκνες γυναίκες κερδίζουν περισσότερα από τις μητέρες σχεδόν σε όλα τα οικονομικά επίπεδα εισοδήματος, με εξαίρεση τις μητέρες με σύντροφο που βρίσκονται στο top 10% των γυναικείων εισοδημάτων». «Ελέγχουν περισσότερο πλούτο από ότι οι μητέρες», επίσης.

 

Συγγραφέας: Bella DePaulo

H Bella DePaulo (Ph.D., Harvard, 1979) είναι κοινωνική ψυχολόγος και συγγραφέας των βιβλίων «Singled Out: How Singles are Stereotyped, Stigmatized, and Ignored, and Still Live Happily Ever After» (St. Martin’s Press), «How We Live Now: Redefining Home and Family in the 21st Century» (Atria) και πολλών άλλων. Το περιοδικό Atlantic magazine την έχει περιγράψει σαν «την πρώτη θεωρητικό και συγγραφέα της Αμερικής για την αδέσμευτη ζωή». Η ομιλία της στο TEDx φέρει τον τίτλο «Ό,τι κανείς ποτέ δεν σου είπε για τους ανθρώπους που είναι αδέσμευτοι».

Πηγή: psychologytoday.com

 

Newsletter εγγραφή

 

Όμορφη Ζωή Άρθρα

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

Σχολιάστε

Για να καταχωρήσετε το σχόλιο σας, συνδεθείτε με...



Αφήστε το σχόλιό σας !
Γράψτε το όνομά σας