Η φυγή είναι ένα από τα σπουδαιότερα «παιχνίδια» της φαντασίας. Μέσα από τη φανταστική λογοτεχνία μπορούμε να εξερευνήσουμε τα απύθμενα βάθη του ανθρώπινου νου. Μπορούμε να αναχωρήσουμε για ταξίδια και περιπέτειες, να βουτήξουμε σε θάλασσες και να ανακαλύψουμε ωκεανούς ενώ καθόμαστε στο γραφείο μας. Μπορούμε να φέρουμε με μιας την εικόνα ενός αγαπημένου προσώπου μπροστά μας. Και βέβαια, μπορούμε να μετρήσουμε προβατάκια για να μας πάρει ο ύπνος!

 

Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από κάτι που καλείται  «το μάτι του μυαλού». Είναι η ικανότητά μας να δημιουργούμε ψυχολογικές εικόνες χωρίς αισθητήρια εναύσματα. Ωστόσο, το παραπάνω είναι αδύνατο για τους ανθρώπους που πάσχουν από την σπάνια ασθένεια που καλείται αφαντασία (aphantasia).

Όσοι πάσχουν από αφαντασία δεν μπορούν να δημιουργήσουν νοητικές εικόνες ούτε να ανακαλέσουν άλλες από τη μνήμη τους. Αντί για αυτό, το μυαλό τους σχηματίζει μαύρους, κενούς καμβάδες, πάνω στους οποίους δεν μπορούν να «ζωγραφίσουν». Για αυτούς τους ανθρώπους, η λογοτεχνία μπορεί για παράδειγμα να δημιουργεί δεδομένα αλλά όχι οπτικές αναπαραστάσεις. Και παρότι υπάρχουν οι αναμνήσεις, δεν μπορούν να τις ανακαλέσουν εικονικά στο μυαλό τους.

Οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν τι είναι αυτό που προκαλεί την αφαντασία, αν είναι κάποια ψυχολογική κατάσταση ή βιολογικό γνώρισμα.

Παρότι οι έρευνες πάνω στην πάθηση είναι σχετικά νέες, η ιστορία της αφαντασίας ξεκινά παραπάνω από έναν αιώνα πριν. Ο Francis Galton πρώτος μίλησε το 1880 για ανθρώπους που δεν είχαν τη δύναμη να φανταστούν. Εκείνη την εποχή όμως, η ψυχολογία βρισκόταν ακόμη σε πρώιμο στάδιο και η παρατήρηση του Galton πέρασε απαρατήρητη.

Αυτό άλλαξε το 2003, όταν ο νευρολόγος Adam Zeman ήρθε σε επαφή με έναν 65χρονο, ο οποίος ισχυριζόταν ότι «τυφλώθηκε» το μάτι του μυαλού του. Στη διάρκεια μίας στεφανιαίας αγγειοπλαστικής, ο άνθρωπος έπαθε ένα μικρό εγκεφαλικό που προκάλεσε ζημιά στον εγκέφαλό του. Έπειτα από αυτό, έχασε την ικανότητά του να ανακαλεί εικόνες στο μυαλό του.

«Πριν από το συμβάν, είχε πολύ ζωντανή μνήμη», λέει ο Zeman. «Συνήθιζε να σκέφτεται την οικογένεια και τους φίλους του για να αποκοιμηθεί. Μετά την εγχείρηση όμως δεν μπορούσε να φανταστεί τίποτα. Τα όνειρά του έγιναν χωρίς εικόνες και το διάβασμα ήταν διαφορετικό γιατί πλέον δεν μπορούσε να μπει σε έναν φανταστικό κόσμο».

Ο Zeman και οι συνεργάτες του ξεκίνησαν να μελετούν την περίπτωση του άνδρα. Τα τεστ που του έκαναν διαπίστωσαν ότι μπορούσε να περιγράψει αντικείμενα και τα χρώματά τους όμως δεν μπορούσε να τα κάνει εικόνα στο μυαλό του. Και οι απεικονίσεις του εγκεφάλου του έδειχναν ότι οι περιοχές που σχετίζονται με τη φαντασία ήταν σκοτεινές όταν προσπαθούσε να φανταστεί εικόνες.

Όταν η έρευνα δημοσιεύτηκε και άλλοι άνθρωποι προσέγγισαν τον Zeman. Ισχυρίζονταν ότι και το δικό τους μυαλό ήταν «τυφλό» και μάλιστα ότι είχαν ζήσει έτσι ολόκληρη τη ζωή τους. Μάλιστα, κατάλαβαν την κατάστασή τους μόνο όταν συνειδητοποίησαν τον τρόπο με τον οποίο περιέγραφαν τα πράγματα γύρω τους οι άλλοι άνθρωποι.

Και παρότι αρκετοί από αυτούς κατάφερναν να ζουν φυσιολογικά, παρότι δεν είχαν οπτική μνήμη, κάποιο άλλοι βασανίζονταν. Όπως είπε κάποιος στον Zeman: «Μετά το θάνατο της μητέρας μου, ήμουν πολύ θλιμμένος που δεν μπορούσα να ανακαλέσω τις αναμνήσεις που είχαμε μαζί. Μπορώ να θυμηθώ γεγονότα που περάσαμε μαζί αλλά ποτέ τις εικόνες. Μετά από 7 χρόνια, μετά βίας μπορώ να θυμηθώ και την ίδια».

Ο Zeman δημοσίευσε το 2015 μία ακόμη μελέτη πάνω σε 21 άτομα. Τότε χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά ο όρος aphantasia που προέρχεται από την ελληνική λέξη φαντασία, προσθέτοντας το στερητικό α. Από τότε έχει έρθει σε επαφή με χιλιάδες ανθρώπους που ισχυρίζονται πως πάσχουν από την πάθηση. Παράλληλα οι μελέτες του έχουν εξάψει το ενδιαφέρον των επιστημόνων για τη μνήμη και το μυαλό.

Η Bainbridge είναι μία εξ΄αυτών. Η προηγούμενη δουλειά της επικεντρωνόταν στην αντίληψη και τη μνήμη και στο πώς αποθηκεύονται οι πληροφορίες στον εγκέφαλο. Στην τελευταία της μελέτη, έχει ως σκοπό να εμβαθύνει την κατανόησή μας πάνω στην αφαντασία.

Για το σκοπό αυτό, κάλεσαν 61 άτομα που πάσχουν από αφαντασία για να συμμετέχουν στην έρευνα. Έδειξαν σε κάθε συμμετέχοντα τη φωτογραφία ενός δωματίου και έπειτα τους ζήτησαν να το ζωγραφίσουν με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες. Στο ένα τεστ, μπορούσαν να έχουν τη φωτογραφία ως σημείο αναφοράς. Στο επόμενο τεστ έπρεπε να φτιάξουν το δωμάτιο από μνήμης. Η Bainbridge και οι συνεργάτες της έπειτα ανέβασαν τις εικόνες online για να αξιολογηθούν από περίπου 3.000 εκτιμητές.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι έπασχαν από αφαντασία είχαν δυσκολίες στο τεστ μνήμης. Δημιούργησαν απεικονίσεις με λιγότερα αντικείμενα, λιγότερο χρώμα και λιγότερες λεπτομέρειες από την αντίστοιχη ομάδα ελέγχου τους. Κάποιοι μάλιστα κατέφυγαν σε γλωσσικές εκφράσεις αντί για ζωγραφικές απεικονίσεις. Χαρακτηριστικά, ένας συμμετέχων έγραψε τη λέξη «παράθυρο» αντί να ζωγραφίσει ένα.

Παρότι οι αφαντασιακοί ασθενείς ζωγράφισαν δωμάτια με λιγότερα αντικείμενα, ήταν πολύ συγκεκριμένοι στο πού θα τα τοποθετούσαν. Ακόμη, έκαναν λιγότερα σφάλματα από την ομάδα ελέγχου και δεν περιέλαβαν περιττά αντικείμενα που δεν υπήρχαν στην αρχική εικόνα. Οι επιστήμονες διαπιστώνουν ότι αυτό υποδεικνύει υψηλή χωροταξική αντίληψη, παρά την αδυναμία οπτικοποίησης.

«Μία πιθανή εξήγηση μπορεί να είναι ότι επειδή η αφαντασία δημιουργεί προβλήματα με τις καθημερινές δραστηριότητες, οι ασθενείς βασίζονται σε στρατηγικές όπως η γλωσσική κωδικοποίηση του χώρου», υποστηρίζει η Bainbridge. «Οι λεκτικές αναπαραστάσεις και άλλες τεχνικές μπορεί να τους βοηθήσουν να αποφεύγουν λανθασμένες αναμνήσεις».

Οι online εκτιμητές δεν διαπίστωσαν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στους ασθενείς με αφαντασία και την ομάδα ελέγχου όταν η αυθεντική εικόνα ήταν στην διάθεσή τους. Στην πραγματικότητα, μερικοί ασθενείς κατάφεραν να αποτυπώσουν πολύ ακριβείς και καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις κατά τη διάρκεια του τεστ.

Η Bainbridge και οι συνεργάτες της ισχυρίζονται ότι τα αποτελέσματα υποστηρίζουν την ιδέα ότι τα αντικείμενα και η χωροταξική αντίληψη αποθηκεύονται σε διαφορετικά νευρωνικά δίκτυα. Ακόμη, παρείχαν «πειραματική επιβεβαίωση» ότι η αφαντασία είναι ένα υπαρκτό ψυχολογικό φαινόμενο.

Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας είναι η αυξανόμενη ευαισθητοποίηση. Όσο δημοσιεύονται περισσότερες έρευνες, όλο και περισσότεροι ασθενείς συνειδητοποιούν ότι δεν είναι μόνοι. Αυτή η συνειδητοποίηση μπορεί να ενδυναμώσει και άλλους να μοιραστούν τις εμπειρίες τους. Και αυτό με τη σειρά του θα βοηθήσει τους επιστήμονες να κάνουν νέα πειράματα και υποθέσεις.

Όμως, είμαστε ακόμη στην αρχή. Επειδή αυτό το φαινόμενο τακτοποιήθηκε πρόσφατα, υπάρχουν λίγες πληροφορίες για αυτό. Οι επιστήμονες βασίζονται πολύ στους ασθενείς που πάσχουν από αφαντασία και στις εμπειρίες τους. Δεν έχει ακόμη ανακαλυφθεί ένα παγκόσμιο τεστ με το οποίο θα μπορεί να διαγνωστεί η πάθηση.

«Οι σκεπτικιστές θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι η αφαντασία είναι απλώς στο μυαλό μας. Το να περιγράφουμε την φαντασία μας είναι δύσκολο και φυσικά υπάρχει μεγάλο περιθώριο λάθους», έγραψαν ο Zeman και οι συνεργάτες του στην έρευνά τους ο 2015. «Υποθέτουμε όμως ότι η αφαντασία θα αποδειχθεί παραλλαγή της νευροψυχολογικής λειτουργίας παρόμοια με τη συναισθησία και με τη συγγενή προπαγνησία».

Ο χρόνος και οι περισσότερες έρευνες θα ρίξουν περισσότερο φως. Όμως, χάρη σε μελέτες όπως αυτές του Zeman και της Bainbridge, πολλοί άνθρωποι είχαν την ευκαιρία να μοιραστούν τις εμπειρίες τους και το πώς είναι να ζει κανείς με αφαντασία.

Του Kevin Dickinson

Πηγή: bigthink.com

 

Newsletter εγγραφή

 

Όμορφη Ζωή Άρθρα

Σχολιάστε

No apps configured. Please contact your administrator.

Αφήστε το σχόλιό σας !
Γράψτε το όνομά σας