Είμαι μητέρα ενός εξάχρονου αγοριού. Ζούμε οι δυο μας, με τον πατέρα του χωριστά αλλά πιο κοντά του, πιστεύω, απ’ ό,τι αν έμενε και αυτός μαζί. Βλέποντας τον γιο μας, εύκολα καταλαβαίνεις πως μεγαλώνει ευτυχισμένος, με αγάπη, φροντίδα, αμέριστη συναισθηματική στήριξη και ασφάλεια. Πλάι του έχει δυο γονείς που συναντιούνται σε αυτήν τη σχέση από ένα σημείο αμοιβαίας ελευθερίας, ατομικότητας και αυτονομίας. Μας ενώνει (τώρα πια) βαθιά φιλία και ειλικρινής σεβασμός και φέρνουμε ό,τι καλύτερο έχει να δώσει ο καθένας χωριστά και οι δυο μαζί σ’ ένα οικογενειακό σχήμα που επινοήσαμε και τροφοδοτούμε εμείς οι ίδιοι. Δεν ήταν, όμως, έτσι από την αρχή.

Η εγκυμοσύνη μου δεν ήταν αυτό που θα έλεγε κανείς «εύκολη υπόθεση». Όχι, δεν έφταιγαν οι «επιπλοκές», αυτές υπήρξαν άγνωστη λέξη τους εννέα αυτούς μήνες. Η συναισθηματική μου καθημερινότητα όμως, ήταν γεμάτη προκλήσεις. Ήμουν μόνη από την αρχή μέχρι και τη γέννηση του γιου μου. Βίωνα μοναξιά, αποκλεισμό, εγκατάλειψη, έπεφτα σε απόγνωση, μετάνιωνα για την επιλογή μου. Όσο έντονα και αν βίωνα τα αρνητικά αυτά συναισθήματα, όμως, τόσο δυνάμωνε η αγάπη γι’ αυτόν τον άνθρωπο που μεγάλωνε μέσα μου.

Ταυτόχρονα, όλο και συχνότερα αναδυόταν μια έντονη αίσθηση που με διαβεβαίωνε ότι όλα είναι καλά, έτσι όπως πρέπει να είναι. Αυτή η εσωτερική φωνή, που αρχικά δεν ήξερα από πού προερχόταν, με διαβεβαίωνε ότι είμαι ασφαλής, το ίδιο και το παιδί μου. Και όσο θα συντονιζόμουν στη συχνότητά της, θα ανακάλυπτα μια «παράλληλη» διάσταση, μια οπτική γωνία, απ’ όπου όχι μόνο αυτό που βίωνα αποκτούσε νόημα αλλά πως μπορούσα να διαχειριστώ τα έντονα και δυσάρεστα συναισθήματα μου πολύ καλύτερα.

Η γυναικολόγος μου ήταν στο κέντρο. Έπαιρνα το μετρό μέχρι τους Αμπελοκήπους και μετά με τα πόδια κατηφόριζα όλη την Αλεξάνδρας, μέχρι να βρω την Πατησίων και να στρίψω δεξιά. Είχα μισό χιλιόμετρο ακόμη περπάτημα, αλλά το απολάμβανα, έστω και περιτριγυρισμένη από στενάχωρα, πρόσφατα εγκαταλελειμμένα κτίρια και κλειστά μαγαζιά.

Η κρίση είχε κάτσει για τα καλά στη χώρα και, σε αντίθεση με τα προάστια όπου είχε αρχίσει να κάνει δειλά δειλά την εμφάνισή της, στο κέντρο της πόλης ήταν εμφανής όπου και αν γυρνούσες να κοιτάξεις. Όπως και να έχει, το κέντρο με τη multi culti ατμόσφαιρά του έμοιαζε εξωτικό σε σχέση με το αποστειρωμένο, καθώς πρέπει προάστιο όπου έμενα.

«Μια χαρά σε βλέπω, θα πάρεις κανένα κιλό;», με καλωσόριζε η γιατρός με το που άνοιγε τη συρόμενη πόρτα του γραφείου της.
«Παίρνω γιατρέ μου, μην ανησυχείτε, αλλά γυμνάζομαι κιόλας και δεν φαίνονται», της έλεγα σχεδόν κάθε μήνα που την έβλεπα.

«Κοίτα όμως, Αγάπη, είσαι έγκυος και πρέπει να ξεκουράζεσαι, όχι να κουράζεσαι. Και τη γυμναστική με μέτρο».
Εγώ όμως είχα έτοιμη την απάντησή μου:
«Αν κόψω την κολύμβηση ή θα είμαι για εγκλεισμό ή θα σκαρφαλώσω σε κανένα δέντρο να κάνω τη μαϊμού», της έλεγα κι εκείνη, γνωρίζοντας τα ζόρια μου, δεν επέμενε περισσότερο.

Δεν είχε και πολύ άδικο, βέβαια, ήμουν ήδη σαράντα χρόνων και με μια προϊστορία προβλημάτων και μικροεπεμβάσεων που άφηναν μικρό περιθώριο για εγκυμοσύνη.

Η εσωτερική φωνή όμως, με έστελνε να κολυμπάω κάθε μέρα τρία χιλιόμετρα, ό,τι καιρό και αν είχε: λιακάδα, βροχή, αέρα, κρύο, κρύο πολύ, κρύο τσουχτερό. Και όσο επέμενε τόσο την εμπιστευόμουν και όσο την εμπιστευόμουν όλο και περισσότερο με καθησύχαζε, με προειδοποιούσε, με παρηγορούσε και τέλος με ενθάρρυνε να προχωρώ τον δρόμο που είχα να πορευτώ.

Δεν εννοώ τη φλύαρη φωνή που αναλώνεται σε ατέρμονους εσωτερικούς μονολόγους. Εννοώ την άλλη, αυτήν που για να την ακούσουμε πρέπει να παύσουμε τους εξωτερικούς θορύβους. Τη φωνή που μας μιλάει μόνο όταν της το ζητήσουμε. Τη φωνή που αποπνέει ασφάλεια, βεβαιότητα και μια οικειότητα, σαν να προέρχεται από σοφό κι αγαπημένο φίλο. Τη φωνή που, ακόμη και αν λίγο αργήσει, θα είναι πάντα ακριβής και ακριβοδίκαιη. Όταν, λοιπόν, καθησυχασμένη, έμπαινα μέσα στην πισίνα και κοιτούσα τον ουρανό, ένιωθα την απεραντοσύνη του να με αγκαλιάζει και να με διαβεβαιώνει πως όλα θα πάνε καλά.

Αεροπλάνα διασταυρώνονταν πάνω από το κεφάλι μου και χελιδόνια λίγο πριν το μακρινό ταξίδι τους έκαναν χαμηλές πτήσεις πάνω από το νερό μόλις έβρισκαν το πεδίο ελεύθερο, βουτούσαν, για να ξεδιψάσουν. Και ο ήλιος εκεί ψηλά, πάνω απ’ όλα και απ’ όλους, έστελνε τη θαλπωρή του, που τόση ανάγκη είχανε το σώμα και η καρδιά μου. Δεν ανησυχούσα καθόλου, παρά τις προσπάθειες της γιατρού να με προστατέψει. Ήξερα πως, αν ήταν κάτι να συμβεί, θα είχα μιαν ένδειξη, όχι απαραίτητα σωματική. Θα αναλάμβανε να με προειδοποιήσει αυτή η αόρατη δύναμη που μου μιλούσε όταν γύρω μου και, κυρίως, μέσα μου επικρατούσε απόλυτη σιωπή. Με τον καιρό, αφέθηκα σε αυτήν την «παρέα».

Άλλωστε, μόνο καλό αισθανόμουν ότι μου έκανε. Έτσι, δεθήκαμε και την εμπιστεύθηκα και όσο πιο πολύ την εμπιστευόμουν, τόσο πιο έντονη ερχόταν η διαβεβαίωση ότι δεν είμαι μόνη, τόσο πιο ξεκάθαρη αναδυόταν η εικόνα της νέας μου πραγματικότητας.

 

Απόσπασμα από το βιβλίο: “9 μήνες και κάτι χρόνια”, της Σόφης Σαμαρά, από τις Εκδόσεις iWrite

 

Newsletter εγγραφή

 

Όμορφη Ζωή Άρθρα

Σχολιάστε

Για να καταχωρήσετε το σχόλιο σας, συνδεθείτε με...



Αφήστε το σχόλιό σας !
Γράψτε το όνομά σας