Εισαγωγή στην Κινέζικη Βοτανοθεραπεία, Μέρος B

0
386

ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΦΥΣΗ ΤΩΝ ΒΟΤΑΝΩΝ

 

Η έννοια της ενεργειακής φύσης των βοτάνων αφορά κατ’ αρχάς το ίδιο το βότανο, το ίδιο το ζωντανό πλάσμα και τις συμπεριφορές κίνησης που αναπτύσσει προκειμένου να επιβιώσει. Μέσα από την παρατήρηση αυτών των συμπεριφορών κίνησης μπορούμε να διαλογιστούμε πάνω στην θεραπευτική επίδραση του βοτάνου στο σώμα μας. Μ’ αυτόν τον τρόπο, το βότανο μετατρέπεται από απλό ίαμα σε δάσκαλο και οδηγό.

Κατά δεύτερο λόγο, η έννοια της ενεργειακής φύσης περιγράφει την αλληλεπίδραση του βοτάνου με τον άνθρωπο. Είναι η εικόνα που δημιουργεί για ένα βότανο ένας άνθρωπος όταν το γευθεί. Μπορούμε να πούμε λοιπόν ότι η εικόνα αυτή απαρτίζεται από τρεις συντεταγμένες: Γεύση, Θερμική φύση, Κίνηση μέσα στο σώμα.

Γεύση

Πρέπει να εξετάσουμε την γεύση ενός βοτάνου τόσο από την πλευρά του ίδιου του βοτάνου (π.χ τι σημαίνει για το ίδιο το βότανο να είναι γλυκό ή ξινό ή γλυκόξινο) όσο και από την πλευρά του ανθρώπου που το καταναλώνει.

Για να φτάσουμε σ’ αυτό το επίπεδο κατανόησης θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε την αναλυτική μέθοδο. Ας πάρουμε λοιπόν ως παράδειγμα το βερίκοκο. Το βερίκοκο έχει κατ’ αρχάς μια ιδιαίτερη γεύση, η οποία είναι η γεύση του βερίκοκου και η οποία όποτε την συναντήσουμε μέσα σε μια σύνθετη- μαγειρεμένη τροφή μας παραπέμπει στο βερίκοκο. Αυτό το επίπεδο της γεύσης είναι το επίπεδο που σχετίζεται με την προγονική ενέργεια του βοτάνου, με την ιδιαίτερη ταυτότητα και την μνήμη του. Είναι ιδιαίτερη για το βερίκοκο και μπορεί να παραχθεί μόνο απ’ αυτό. Η γεύση αυτή δεν μπορεί να ταξινομηθεί γιατί είναι διαφορετική για κάθε έμβιο είδος (φυτικό ή ζωικό).

Τι ρόλο παίζει αυτό το επίπεδο γεύσης μέσα στο ανθρώπινο σώμα; Αυτό το επίπεδο γεύσης τονώνει και θρέφει την προγονική πεμπτουσία, είναι αναντικατάστατο και η ιδανική στιγμή κατανάλωσής του είναι την στιγμή της πλήρους ωριμότητας του βερίκοκου (δηλαδή λίγο πριν από το θερινό ηλιοστάσιο για τα δικά μας γεωκλιματολογικά δεδομένα, για το βερίκοκο). Η ιδιαίτερη ποιότητα της γεύσης του βερίκοκου, η βερικοκίλα δηλαδή, σε κάθε διαφορετικό άνθρωπο θα εκφραστεί με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με το που η προγονική του πεμπτουσία θα κατευθύνει αυτή την ποιότητα μέσα στο σώμα του. Από ένστικτο και από χρόνια γευστική εμπειρία τείνουμε να πιστεύουμε ότι η βερικοκίλα πάει στον Πνεύμονα, για τους περισσότερους ανθρώπους. Αυτό όμως δεν είναι απόλυτος κανόνας, υπάρχουν και εξαιρέσεις.

Το αναντικατάστατο της βερικοκίλας σημαίνει ότι αν κάποιος όλα τα χρόνια του έχει ζήσει σ’ ένα περιβάλλον όπου εκεί γύρω στο θερινό ηλιοστάσιο όλοι τρώμε βερίκοκα και αυτός για κάποιο λόγο μια χρονιά δεν φάει, τότε μέσα στο σώμα του η δόνηση της βερικοκίλας θα απουσιάσει, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι κάποια ανεπάρκεια στον άξονα προγονική πεμπτουσία –Νεφρός-Πνεύμονας και  μπορεί 180 ημέρες μετά να πάθει εξ’ αιτίας αυτής της ανεπάρκειας, Πνευμονία.

Τέλος, η έννοια ότι η ιδανική στιγμή της κατανάλωσης του βερίκοκου είναι η στιγμή της πλήρους ωριμότητάς του σημαίνει ότι εκείνη την δεδομένη χρονική στιγμή υπάρχει ένας απόλυτος συντονισμός ανάμεσα στην ενέργεια του βερίκοκου, στην προγονική πεμπτουσία του ατόμου και στο όργανο όπου αυτή η ενέργεια κατευθύνεται μέσα στο σώμα. Κάθε άλλη στιγμή δεν έχει αυτό τον μέγιστο ενεργειακό συντονισμό.

Αυτό βέβαια δεν αποκλείει το να γεννηθεί μέσα στο σώμα του ανθρώπου η ανάγκη για βερίκοκο οποιαδήποτε άλλη στιγμή του χρόνου. Ο σοφός άνθρωπος οφείλει να προσφέρει στο σώμα του αυτή την γεύση, όταν το σώμα για κάποιο δικό του λόγο την αναζητήσει (το φαινόμενο αυτό είναι έντονο στις έγκυες γυναίκες και σχετίζεται με το κτίσιμο των οργάνων και των ιστών του εμβρύου, το οποίο κατευθύνει τους γευστικούς κάλυκες της μάνας αν η μάνα τυχαίνει αυτή την ποιότητα να μην την έχει διαθέσιμη την στιγμή εκείνη στο σώμα της).

Εκτός όμως απ’ αυτό το πρωταρχικό και κυρίαρχο επίπεδο γεύσης, το οποίο θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε πεμπτουσία του βοτάνου, υπάρχει και ένα άλλο επίπεδο γεύσης, πιο επιφανειακό, το οποίο μπορεί να ερμηνευτεί και να ταξινομηθεί. Αυτό είναι το επίπεδο γεύσης το οποίο περιγράφεται ως γλυκό, ξινό, πικρό, στυφό, δριμύ, αλμυρό, πικάντικο, ουδέτερο, αρωματικό. Αυτό το επίπεδο γεύσης για το έμβιο πλάσμα που το παράγει σημαίνει μια συγκεκριμένη μορφή κίνησης.

Είναι κίνηση δηλαδή μέσα στο σώμα του βοτάνου (ζώου ή φυτού) και εξυπηρετεί τις ενεργειακές του ανάγκες. Μελετώντας το τι κίνηση σημαίνει για το βότανο μπορούμε να κατανοήσουμε τι κίνηση σημαίνει για τον καταναλωτή του βοτάνου.

Πχ, ας μιλήσουμε για την αρωματική και πικάντικη γεύση του σπόρου του κάρδαμου: Το ίδιο το φυτό αναπτύσσει την πικάντικη γεύση στο σπόρο του προκειμένου να εξασφαλίσει μεγαλύτερη ακτίνα κίνησης, όταν ο σπόρος ωριμάσει και έρθει η ώρα να πέσει στη γη. Αυτή η αύξηση της κίνησης είναι απαραίτητη ώστε ο σπόρος να απομακρυνθεί όσο γίνεται από το μητρικό φυτό.

Τι σημαίνει για τον καταναλωτή του σπόρου του κάρδαμου αυτή η συμπεριφορά κίνησης που επενδύεται από το φυτό στο σπόρο και μεταφράζεται από τους γευστικούς μας κάλυκες ως πικάντικη και αρωματική γεύση; Η απάντηση στο ερώτημα είναι: προσφέρει αύξηση της κίνησης. Αφού το φυτό δίνει στο σπόρο πικάντικη και αρωματική γεύση, προκειμένου να αυξήσει την κίνηση του, την ίδια ακριβώς συμπεριφορά κίνησης απελευθερώνει και στο ανθρώπινο σώμα.

Όταν ο σπόρος του κάρδαμου καταναλώνεται αυξάνεται η κίνηση μέσα στον πεπτικό σωλήνα, πράγμα το οποίο σημαίνει ταχύτερος μετασχηματισμός της τροφικής υγρασίας και κατ’ επέκταση καλύτερο χώνεμα της τροφής. Άρα, ο σπόρος του κάρδαμου με την πικάντικη και αρωματική γεύση μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ανθρώπους με προβλήματα δυσπεψίας (εύκολα φουσκώματα κ.τ.λ.).

Παρακάτω θα αναλύσουμε τις διαφορετικές γεύσεις:

i) Γλυκιά γεύση
Τι σημαίνει γλυκιά γεύση για το βότανο; Από ποιους παράγεται η γλυκιά γεύση; Πως λειτουργεί στο ανθρώπινο σώμα;

Κατ’ αρχάς οφείλουμε να αναφέρουμε ότι η γλυκιά γεύση παράγεται μόνο από τα φυτικά είδη, τα ζώα παίρνουν την γλυκιά γεύση από τα φυτά. Τα ζώα δε επιλέγουν την τροφή τους με βάση το πόσο γλυκιά είναι.

Η γλυκιά γεύση για το φυτό σημαίνει την ιδανική αναλογία φωτός (από τον ήλιο, την σελήνη και τα άστρα) και αέρα με γη και νερό προκειμένου να ευοδωθεί η κίνηση των χυμών μέσα στο σώμα του. Το φυτό, δηλαδή, προκειμένου να εξασφαλίσει την ιδανική αναλογία φωτιάς, αέρα, γης και νερού ώστε να επιβιώσει και να εξασφαλίσει την κίνηση (yang) και την θρέψη (yin) στο σώμα του, παράγει την γλυκιά γεύση. Αυτό που βιώνουν τα ζώα στον ουρανίσκο τους ως γλυκιά γεύση είναι μια ποιότητα ενέργειας η οποία ευοδώνει την κίνηση των χυμών μέσα στο φυτό. Γι΄ αυτό το φυτό υιοθετεί αυτήν την ποιότητα ενέργειας και παράγει γλυκιά γεύση. Τα ζώα τα οποία ζουν καταναλώνοντας φυτά, υποχρεώνονται να προσαρμοστούν σ’ αυτό το δεδομένο του πλανήτη μας με αποτέλεσμα ως κύρια διατροφική επιλογή να αναζητούν την γεύση αυτή.

Η γλυκιά γεύση λοιπόν είναι αυτή που ενστικτωδώς επιλέγει κάθε ζώο και άρα κάθε άνθρωπος προκειμένου να επιβιώσει. Έχει μέσα της την ιδανική αναλογία Ήλιου και Γης και για αυτό προσφέρει κίνηση (yang) και θρέψη (yin), ασφάλεια. Η ύπαρξη γλυκιάς γεύσης σε ένα βότανο σημαίνει ότι είναι ασφαλές και μπορεί να καταναλωθεί ως τροφή. Η γλυκιά γεύση είναι η γεύση της τροφής και ανευρίσκεται στο 99% των ειδών που καταναλώνουμε ως τροφή. Άρα λοιπόν σε θεραπευτικό επίπεδο την προσφέρουμε όταν ένας άνθρωπος έχει ανάγκη θρέψης και να νοιώσει ασφάλεια.

Επίσης, η γλυκιά γεύση έχει την ιδιότητα να μαλακώνει και να υγραίνει (γιατί αυτές είναι οι ιδιαίτερες ποιότητες της κίνησης των υγρών) αλλά ταυτόχρονα να δημιουργεί προϋποθέσεις κίνησης και ανάπτυξης, τονώνοντας. Όταν η κατανάλωση γλυκιάς γεύσης δεν συνοδεύεται και από αύξηση της κίνησης (π.χ. φυσική άσκηση) ώστε να διοχετεύεται η ενέργεια της στο yang, τότε παγιδεύεται στο yin και δημιουργεί αύξηση γης και νερού, δηλαδή αύξηση βάρους και παχυσαρκία.

Η γλυκιά γεύση ως συμπεριφορά κίνησης είναι ευοδωτική της ροής της ενέργειας, θρέφοντας και τονώνοντας.

ii) Πικρή γεύση
Η πικρή γεύση παράγεται από το φυτό ως αντίδραση στην υπερβολή της φωτιάς (π.χ. κλιματολογικές συνθήκες ζέστης και ξηρασίας) και προσπάθειας του να προστατεύσει την εσωτερική του υγρασία. Αυτός είναι ο λόγος που την πικρή γεύση των βοτάνων την χρησιμοποιούμε κατά κύριο λόγο στην καταστολή της φωτιάς (π.χ. από εμπύρετα ή φωτιάς από συναισθήματα). Σε μικρές ποσότητες (μάλλον από την αρχή των ομοίων) αυξάνει την παραγωγή της χολής από το ήπαρ και ευοδώνει την χώνεψη, αλλά και αυξάνει την όρεξη.

Η πικρή γεύση λοιπόν ως συμπεριφορά κίνησης, αφού καταστέλλει την φωτιά και ευοδώνει την παραγωγή της χολής (η οποία είναι φωτιά που κινείται καθοδικά) είναι καθοδική.

iii) Στυφή γεύση
Η στυφή γεύση παράγεται από το φυτό προκειμένου να συγκρατήσει την απώλεια ενέργειας, ιδιαίτερα υγρασίας. Η στυφή γεύση συγκρατεί την ενέργεια, στύπτει. Αναπτύσσεται συνήθως στα πρώιμα στάδια ωρίμανσης του σπόρου, προκειμένου να προστατευθεί η υγρασία, ώστε να τροφοδοτήσει την ολοκλήρωση της ωρίμανσης του σπόρου (π.χ. τα άγουρα αχλάδια είναι στυφά).

Στα πλαίσια της βοτανοθεραπείας η στυφή γεύση χρησιμοποιείται όταν κανείς χάνει ενέργεια και ιδιαίτερα υγρασία (π.χ. όταν ιδρώνει πολύ). Η στυφή γεύση λοιπόν ως συμπεριφορά κίνησης είναι εσωστρεφής.

iv) Πικάντικη γεύση
Η πικάντικη γεύση παράγεται από το φυτό για να αυξήσει την κίνηση τόσο στο ίδιο το φυτό, όσο και στα επιμέρους μέρη του φυτού (π.χ. σπόροι), στον χώρο. Διαμέσου του πικάντικου το φυτό εξασφαλίζει την επέκταση του στον χώρο. Αυτός είναι ο λόγος που την πικάντικη γεύση την χρησιμοποιούμε όταν υπάρχει στασιμότητα στον ασθενή, ιδιαίτερα όταν αυτή η στασιμότητα προέρχεται από υγρασία (π.χ. όταν κανείς έχει παραφάει και η τροφή είναι παγιδευμένη στον εντερικό σωλήνα).

Η πικάντικη γεύση ως συμπεριφορά κίνησης είναι εξωστρεφής και αυξητική της κίνησης.

v) Αρωματική γεύση
Η αρωματική γεύση έχει παρόμοια χαρακτηριστικά με την πικάντικη. Με μια έννοια μπορούμε να πούμε ότι είναι η οσφρητική εκδοχή του πικάντικου. Το πώς δηλαδή, το πικάντικο γίνεται αντιληπτό όχι από τη γλώσσα και τους γευστικούς υποδοχείς, αλλά από την μύτη και τους οσφρητικούς υποδοχείς. Η επικοινωνία της γεύσης με την όσφρηση όμως είναι ιδιαίτερα στενή και συχνά το αρωματικό βιώνεται και στην αίσθηση της γεύσης. Διαμέσου του αρώματος το φυτό εξασφαλίζει την επέκταση του στο χώρο (π.χ. έλκει τις μέλισσες και γονιμοποιείται).

Την αρωματική γεύση λοιπόν την χρησιμοποιούμε, όπως και την πικάντικη, για να κινητοποιήσουμε την στασιμότητα, ιδιαίτερα όταν αυτή προέρχεται από υγρασία.

Η αρωματική γεύση είναι εξωστρεφής και αυξητική της κίνησης.

vi) Ξινή γεύση
Η ξινή γεύση στο φυτό παράγεται για να αυξήσει την κίνηση των χυμών και μετασχηματίζεται κάτω από την επίδραση του φωτός σε γλυκιά, όπως ακριβώς συμβαίνει και με την στυφή ( η οποία και αυτή μετασχηματίζεται κάτω από την επίδραση του φωτός σε γλυκιά). Παρ’ όλα αυτά τόσο η ξινή όσο και η στυφή γεύση αφήνουν το αποτύπωμα τους μέσα στην γλυκιά γεύση. Επίσης, η ξινή γεύση αποτελεί την πρώτη βαθμίδα μετασχηματισμού και σήψης της γλυκιάς γεύσης, αμέσως μετά την πληρότητα της.

Λόγω αυτής της κοντινότητας με την γλυκιά γεύση, αλλά και του δισυπόστατου (πριν την ωρίμανση και αμέσως μετά την ωρίμανση) της φύσης της, η ξινή γεύση στο ανθρώπινο σώμα έχει διττό ρόλο. Από την μια ευοδώνει την κίνηση, διευκολύνει την ροή των χυμών και ιδιαίτερα της χολής μέσα στον πεπτικό σωλήνα, από την άλλη στύπτει και συγκρατεί την ροή της ενέργειας, πράγμα που εξαρτάται από την ιδιοσυγκρασία του ασθενούς και την δοσολογία.

vii) Αλμυρή γεύση
Η αλμυρή γεύση δεν παράγεται από τα φυτά. Είναι κατεξοχήν γήινη αφού προέρχεται από το αλάτι, ένα γήινο υλικό. Βρίσκεται σε στενή συνάφεια όμως και με το νερό. Τα φυτά την δανείζονται αυτούσια είτε από την γη είτε από το νερό.

Οι κινέζοι λένε ότι τα αλμυρά βότανα (όπως π.χ. το σφουγγάρι της θάλασσας) μαλακώνουν την σκληρότητα, και γι’ αυτό τα χρησιμοποιούμε σε σκληρίες και όζους στο σώμα.

viii) Ουδέτερη γεύση
Η παντελής απουσία γεύσης σε ένα βότανο είναι κάτι που αφορά τους γευστικούς κάλυκες των ανθρώπων. Άρα δεν μπορούμε να γνωρίζουμε την σκοπιμότητα που έχει για το φυτό η ποιότητα αυτή. Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι το άγευστο είναι ασφαλές και ευοδωτικό της ούρησης.

Θερμική φύση

Η θερμική φύση των βοτάνων είναι το απόθεμα θερμότητας που αποταμιεύει το κάθε ζωντανό πλάσμα στο εσωτερικό, ανάλογα με την ιδιαίτερη φύση του. Έτσι, υπάρχουν βότανα θερμά, όπως για παράδειγμα η κανέλλα, το τζίντζερ, το γαρύφαλλο, η καυτερή πιπεριά και βότανα ψυχρά όπως το αγγούρι, το καρπούζι, ο δυόσμος, τα φύλλα της μουριάς.

Η θερμική φύση των βοτάνων δεν έχει την λεπτότητα της γεύσης. Η επιθυμία του ανθρώπινου σώματος για κάτι θερμό ή κάτι ψυχρό αναδύεται και στο επίπεδο της γεύσης, αλλά αποτελεί μια χονδροειδέστερη ποιότητα ενέργειας ως προς την γεύση. Πέρα από το γεγονός ότι την επιθυμία του ανθρώπινου σώματος για κάτι θερμό ή κάτι ψυχρό μπορεί κανείς να την ικανοποιήσει και με άλλα μέσα εκτός της τροφής και των βοτάνων, π.χ. χρησιμοποιώντας το air condition ή βάζοντας μια κουβέρτα.

Η ανάγκη όμως αυτή, σχεδόν πάντα αναδύεται και στην γεύση και κατευθύνει προς την επιλογή θερμών ή ψυχρών βοτάνων και τροφών. Έτσι, όταν είναι καλοκαίρι μας αρέσει να τρώμε δροσερές τροφές, φρέσκα φρούτα και λαχανικά. Όταν είναι χειμώνας πιο στέρεες, πυκνές και θερμές τροφές.

Με βάση την θερμική φύση τα βότανα μπορούν να χωριστούν στις εξής κατηγορίες:

i) Θερμά βότανα:
Είναι εκείνα τα οποία απελευθερώνουν θερμότητα όταν εισέρχονται στο ανθρώπινο σώμα. Στο επίπεδο της γεύσης ταυτίζονται συνήθως με την πικάντικη και αρωματική γεύση.
Τα χρησιμοποιούμε συνήθως όταν πρόκειται να εκδιώξουμε το κρύο, να κινήσουμε την ενέργεια, να αποξηράνουμε την υγρασία, να διαλύσουμε το φλέγμα.

ii) Ψυχρά βότανα:
Είναι εκείνα, τα οποία ψυχραίνουν όταν εισέλθουν μέσα στο ανθρώπινο σώμα. Τα χρησιμοποιούμε συνήθως όταν θέλουμε να καταστείλουμε την φωτιά, να τιθασεύσουμε τον άνεμο, να θρέψουμε, να υγράνουμε, να μαλακώσουμε την σκληρότητα.

iii) Ξηρά βότανα:
Είναι εκείνα τα οποία τείνουν προς την ξηρότητα. Δεν έχουν την παραμικρή υγρασία για να θρέψουν (π.χ. κανέλλα), αλλά έχουν, μέσα από την ξηρότητα, αυξημένες ιδιότητες κίνησης.

iv) Υγρά βότανα:
Είναι εκείνα που τείνουν προς την υγρότητα, (π.χ. μολόχα). Βότανα τα οποία θρέφουν, υγραίνουν, μαλακώνουν, αλλά περιέχουν μειωμένες ικανότητες κίνησης.

iv) Ουδέτερα βότανα:
Είναι εκείνα τα οποία δεν διαθέτουν ούτε θερμότητα, ούτε ψυχρότητα, ούτε ξηρότητα, ούτε υγρότητα και τα χρησιμοποιούμε σε ουδέτερες και ενδιάμεσες καταστάσεις, όπως το να θρέψουμε στην ψυχρότητα και να κινήσουμε στην θερμότητα.

Η θερμική φύση των βοτάνων είναι πολύ σημαντική παράμετρος και όπως θα δούμε στην συνέχεια λαμβάνεται πάντοτε υπ’ όψιν στην τελική επιλογή ενός βοτάνου για θεραπευτική χρήση.

Η Κίνηση μέσα στο σώμα

Η έννοια της κίνησης του βοτάνου μέσα στο σώμα είναι διττή. Αφενός σημαίνει τον τρόπο με τον οποίο το βότανο θα κινηθεί μέσα στο ανθρώπινο σώμα ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και την προσωπικότητα του (π.χ. η κίνηση της χελώνας θα είναι αργή και σταθερή, γήινη, αντίθετα η κίνηση της κότας θα είναι γρήγορη, σπασμωδική, αέρινη). Αφ’ ετέρου σημαίνει το όργανο το οποίο το βότανο τείνει να επηρεάσει μέσα στο ανθρώπινο σώμα (π.χ. το καρπούζι ξέρουμε ότι επηρεάζει τα Νεφρά και την Ουροδόχο Κύστη, ενώ το χαμομήλι τα μάτια).

Η έννοια λοιπόν της κίνησης του βοτάνου μέσα στο ανθρώπινο σώμα συμπληρώνει το τρίπτυχο της γνώσης για την φύση του βοτάνου. Η γεύση του βοτάνου (που ουσιαστικά ταυτίζεται και με την μυρουδιά του), άρα η γεύση μαζί με την όσφρηση είναι οι δυο πρώτες αισθήσεις οι οποίες μας παρέχουν πληροφορίες για την φύση του βοτάνου.

Η θερμική φύση συμπληρώνει όσες πληροφορίες είναι απαραίτητες για να ολοκληρωθεί η εικόνα που μπορούν να σχηματίσουν οι αισθήσεις της γεύσης και της όσφρησης.

Μετά μένουν οι αισθήσεις της όρασης, της ακοής και της αφής. Οι τρεις αυτές αισθήσεις μας παρέχουν πληροφορίες για την κίνηση που θα διατρέξει το βότανο μέσα στο σώμα, πληροφορίες οι οποίες δεν μπορούν να συμπυκνωθούν μέσα στη γεύση και την μυρουδιά του βοτάνου, απαραίτητες όμως για να προσδιορίσουμε τις θεραπευτικές του ιδιότητες.

Παραδείγματα:
– Τα πίσω πόδια του βατράχου θα τονώσουν την αλτικότητα ενός αθλητή, όχι ως προς το ύψος αλλά ως προς το μήκος.
– Τα λέπια των ψαριών θα προστατεύσουν από την απώλεια ενέργειας, ιδιαίτερα όταν αυτή προέρχεται από συναισθηματισμό, ταυτόχρονα θα διευκολύνουν το γλίστρημα του κολυμβητή μέσα στο νερό.
– Η ψίχα καρυδιού θα τονώσει και θα θρέψει τον εγκέφαλο. Η έννοια της τόνωσης προέρχεται από το σφρίγος του δέντρου  που παράγει το καρύδι (άρα έχει να κάνει με την όραση), η έννοια της θρέψης από το λάδι που έχει το καρύδι μέσα του, αλλά και από την αίσθηση χορτασμού που προσφέρει. Η σκέψη ότι όλα αυτά μπορούν να επιδράσουν στον εγκέφαλο ενός ανθρώπου προέρχεται από την εικόνα που έχει η ψίχα του καρυδιού που μοιάζει με τις έλικες των δυο λοβών του εγκεφάλου.
– Το μελάνι της σουπιάς θα τονώσει και θα θρέψει το Νεφρό. Το μελάνι απελευθερώνεται από τη σουπιά κάτω από συνθήκες φόβου. Ο φόβος σχετίζεται με το Νεφρό. Αυτού του είδους βέβαια η κίνηση του μελανιού της σουπιάς δεν βασίζεται σε κάποια από τις πέντε αισθήσεις και άρα στο ένστικτο. Αντίθετα βασίζεται στην λογική επεξεργασία των δεδομένων που παρέχουν οι αισθήσεις και γι’ αυτό αυτού του τύπου ο καθορισμός των θεραπευτικών ιδιοτήτων είναι ο λιγότερο αξιόπιστος.

Μέσα από την επεξεργασία των δεδομένων που μας παρέχει αυτό το τρίπτυχο (γεύση, θερμική φύση, κίνηση) διαμορφώνουμε μια πλήρη εικόνα για το σύνολο των θεραπευτικών ιδιοτήτων ενός βοτάνου. Στην συνέχεια έρχεται η επιβεβαίωση ή η απόρριψη των παραπάνω, μέσα από την χρήση των βοτάνων από τον πάσχοντα. Όταν και αυτή η διαδικασία διεκπεραιωθεί τότε έχουμε την πλήρη εικόνα για το βότανο.

Εμείς σε αυτήν εδώ την μελέτη θεωρούμε δεδομένη την θεραπευτική δύναμη των βοτάνων που αναφέρουμε, γιατί βασιζόμαστε στην κλινική εμπειρία και γνώση χιλιάδων κινέζων γιατρών.

Για να διαβάσετε το Μέρος Α, πατήστε εδώ
Για να διαβάσετε το Μέρος Γ, πατήστε εδώ

Αλέξανδρος Τηλικίδης
Φυσίατρος – βελονιστής – βοτανοθεραπευτής – υπεύθυνος εκπαίδευσης της
Ακαδημίας Αρχαίας Ελληνικής & Παραδοσιακής Κινέζικης Ιατρικής

Απόσπασμα από το βιβλίο “Κινέζικη Βοτανοθεραπεία” του Αλέξανδρου Τηλικίδη, από τις Εκδόσεις Αρχαίας Ελληνικής και Παραδοσιακής Κινέζικης Ιατρικής

 

Newsletter εγγραφή

 

Ακαδημία

Σχολιάστε

No apps configured. Please contact your administrator.

Αφήστε το σχόλιό σας !
Γράψτε το όνομά σας