Όταν φυτεύουμε δέντρα στα αστικά κέντρα κάνουμε ένα μεγάλο δώρο στο οικοσύστημα! Τι ισχύει όμως για την ευημερία του ανθρώπου;

 

Τα δέντρα μειώνουν την περιβαλλοντική ρύπανση και την ηχορύπανση, προσφέρουν καταφύγιο σε άλλα είδη και ελαττώνουν τη διάβρωση του εδάφους κατά τη διάρκεια ισχυρών βροχοπτώσεων. Πέρα από αυτά όμως, δημιουργούν ένα περιβάλλον χαλάρωσης για τους κατοίκους των πόλεων και ομορφαίνουν το αστικό τοπίο.

Ταυτόχρονα όμως, τα δέντρα μπορεί να αποτελέσουν πηγή αλλεργιογόνων, να έχουν υψηλό κόστος συντήρησης και να προκαλέσουν ατυχήματα ή απειλές στη φυσική βιοποικιλότητα, εάν εισαχθούν από αλλού.

Το τελευταίο αυτό σημείο προκαλεί αντιπαραθέσεις: συμβάλλουν όντως τα εισαγόμενα είδη στη βιοποικιλότητα και τις υπηρεσίες των οικοσυστημάτων; Περιβαλλοντολόγοι από το πανεπιστήμιο της Γενεύης (UNIGE) σε συνεργασία με τους Βοτανικούς Κήπους και το Ωδείο της Γενεύης ανέλυσαν μία μεγάλη βάση δεδομένων από δέντρα που έχουν φυτευτεί στην περιοχή της πόλης και αξιολόγησαν συστηματικά τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που δημιουργούν.

Τα αποτελέσματα της έρευνας που αναμένεται να δημοσιευτούν στο επιστημονικό περιοδικό Urban Forestry & Urban Greening, δείχνουν ότι τα περισσότερα είδη δέντρων της Γενεύης είναι εισαγόμενα. Ακόμη, διαπιστώθηκε ότι παρέχουν περίπου τις ίδιες υπηρεσίες οικοσυστήματος στους αστικούς χώρους της πόλης ανεξάρτητα από την προέλευσή τους.

Τα δέντρα δεν συμβάλλουν όμως μόνο στην ποιότητα του περιβάλλοντος αλλά και στην ευημερία των ανθρώπων.

Όπως είναι αυτονόητο, τα δέντρα έχουν και αυτά τα μειονεκτήματά τους τόσο για το φυσικό περιβάλλον όσο και για τα ανθρώπινα όντα. Ιδιαίτερα τα εισαγόμενα είδη μπορούν να κρύβουν πολλούς κινδύνους για την εγχώρια βιοποικιλότητα.

«Υπάρχει ένας διαρκής φιλοσοφικός διάλογος αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα», λέει ο Martin Schlaepfer, ερευνητής του Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Ερευνών του UNIGE και πρώτος συγγραφέας της έρευνας. «Πρέπει να προωθούμε τα εγχώρια δέντρα και να απαγορεύσουμε ή να περιορίσουμε τα εισαγόμενα; Από όλα τα είδη που υπάρχουν στις αστικές περιοχές της Γενεύης, μόνο το 5% είναι δυνητικά προβληματικά. Όμως τι πρέπει να κάνουμε με το υπόλοιπο 95% των μη-εγχώριων δέντρων και πώς να τα αξιολογήσουμε;»

Εισαγόμενη πλειονότητα

Σε μία προσπάθεια να απαντηθούν τα πιο πάνω ερωτήματα, οι περιβαλλοντολόγοι του ανέλυσαν βάσεις δεδομένων των δέντρων που βρίσκονται σε αστικά και ημι-αστικά κέντρα της περιοχής.

Οι υπηρεσίες και τα μειονεκτήματα του οικοσυστήματος αναλύθηκαν για κάθε είδος, ανεξαρτήτως εγχώριας ή μη προέλευσης. Μετά από τέσσερα χρόνια επίπονης μελέτης, καταγράφηκαν 911 διαφορετικά είδη, η συντριπτική πλειονότητα των οποίων – 90% – είναι εισαγόμενα. Η αναλογία είναι τεράστια, ειδικά για μια πόλη όπου ο σημερινός βοτανικός κήπος, μαζί με τους παλιούς κήπους συμβάλλουν σε πολύ μεγάλο βαθμό στην ποικιλομορφία.

Μη εγχώρια είδη προσαρμοσμένα σε αστικά περιβάλλοντα

Η ανάλυση των υπηρεσιών του οικοσυστήματος έδειξε ότι τα δέντρα έχουν ευεργετική δράση ανεξάρτητα από την προέλευσή τους.

«Υπάρχουν φυσικά και ορισμένες εξαιρέσεις, ωστόσο προς το παρόν δεν φαίνεται να απειλείται η ευημερία των κατοίκων της πόλης.

Μερικά μη ιθαγενή δέντρα κοσμούν τα πάρκα εδώ και αρκετούς αιώνες. Για παράδειγμα, οι κέδροι και τα πλατάνια εισήχθησαν από τη Βόρεια Αφρική και την Ασία τον 16ο και 17ο αιώνα για την αισθητική τους αξία, την αντοχή τους στις ασθένειες και το πολυετές φύλλωμα. Πλέον αποτελούν κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Επιπλέον, μπορούν να επιβιώνουν στο αστικό περιβάλλον και να συμβάλλουν στη μείωση των αστικών θερμο-νησιών και της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Παρότι χρειάζεται προσοχή κατά την φύτευση, τέτοια εισαγόμενη είδη μπορούν να παίξουν ευεργετικό ρόλο σε ορισμένα πλαίσια», προσθέτει ο ερευνητής.

Προώθηση και πρόβλεψη

Η μελέτη της Γενεύης είναι η πρώτη του τύπου της που περιλαμβάνει ανάλυση ενός ευρέος φάσματος υπηρεσιών οικοσυστήματος. Επιπλέον περιλαμβάνει τόσο τα εγχώρια όσο και εισαγόμενα είδη δέντρων.

«Τα εισαγόμενα δέντρα αναφέρονται γενικά στις βάσεις δεδομένων άλλων χωρών ως πιθανές απειλές, αλλά όταν πρόκειται για τη μέτρηση της κατάστασης της βιοποικιλότητας ενός έθνους, κατά κανόνα απορρίπτονται ή παραλείπονται».

Η έρευνα του UNIGE δείχνει ότι αυτά τα είδη έχουν τεράστια αξία και ότι, ως τέτοια, πρέπει να ενσωματωθούν σε δείκτες βιοποικιλότητας και υπηρεσιών οικοσυστήματος.

«Το κλίμα υφίσταται βαθιές αλλαγές, με προβλέψεις που δείχνουν ότι μέσα σε 50 με 100 χρόνια -δηλαδή όσο διαρκεί η ζωή ενός μεγάλου δέντρου- το κλίμα της Γενεύης θα είναι όπως αυτό της νότιας Ιταλίας. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε ανοιχτοί στην ιδέα της εισαγωγής ειδών που είναι σε θέση να επιβιώσουν στις παρούσες και μελλοντικές κλιματικές συνθήκες», καταλήγει ο Δρ Schlaepfer.

Πηγή: www.phys.org

Newsletter εγγραφή

 

Όμορφη Ζωή Άρθρα

Σχολιάστε

No apps configured. Please contact your administrator.

Αφήστε το σχόλιό σας !
Γράψτε το όνομά σας