Μια φορά κι έναν καιρό, ή μπορεί και πριν μια σταλίτσα χρόνου, στο ξέφωτο του δάσους των πραγματικών ανθρώπων ζούσαν δυο χελώνες που απολάμβαναν τους αργούς ρυθμούς της ήρεμης ζωής τους και τις αργόσυρτες μελωδίες της παράξενης μουσικής τους.

Οι άνθρωποι που ζούσαν σε εκείνο το δάσος ονομάζονταν πραγματικοί άνθρωποι, γιατί δεν είχαν ξεχάσει να αφουγκράζονται τον παλμό της φύσης μέσα τους και ακόμη δεν είχαν ξεχάσει να ονειρεύονται και να πιστεύουν στα όνειρά τους. Οι άνθρωποι αυτοί μπορούσαν έτσι να επικοινωνούν με τα πάντα γύρω τους, με τα δέντρα, τα ζώα και τα πουλιά. Μπορούσαν να ταξιδεύουν σε μια στιγμή στα πέρατα της γης και του ουρανού, όπως και στα πέρατα του ονείρου τους.

Μια μέρα λοιπόν σαν όλες τις άλλες, μα και λίγο διαφορετική, οι δύο χελώνες πήραν το δισάκι τους στον ώμο, και κίνησαν στο μονοπάτι το απάτητο να φτάσουν στην άλλη πλευρά του λόφου. Εκεί είχε άνοιξη,  όπως είχαν μάθει απ΄τους πραγματικούς ανθρώπους του δάσους…

Ο δρόμος ήταν στ΄αλήθεια μακρύς κι οι χελώνες πορεύονταν στο δικό τους ρυθμό απολαμβάνοντας τις ομορφιές που συναντούσαν στο μονοπάτι τους… Τα λουλούδια με τα χιλιάδες χρώματα που σκορπούσαν παντού την μεθυστική ευωδιά τους, τα πουλιά με το θαυμαστό κελάηδημά τους, τα δέντρα με τα αιώνια μυστικά τους… Οι άνθρωποι του δάσους έλεγαν πως το δέντρο είναι ο δίδυμος αδελφός του ανθρώπου και πως δείχνει το δρόμο που οδηγεί από τη νύχτα στο φως, αφού οι ρίζες του βυθίζονται βαθιά μέσα στη γη και τα κλαδιά του υψώνονται στον ουρανό και πέρα από τ΄αστέρια.

Σταμάτησαν πολλές φορές να ξεκουραστούν κάτω από τον ίσκιο των δέντρων και να συνομιλήσουν μαζί τους. Άλλες φορές άκουσαν τον αέρα να τραγουδά απαλά μέσα από τις φυλλωσιές τους, άλλες φορές είδαν τα παιχνίδια του ήλιου που λαμπύριζε μέσα από τα κλαδιά τους κι άλλες φορές άκουσαν το τραγούδι της βροχής μέσα από τα ξερά φύλλα τους.

Άλλοτε άκουσαν τα δέντρα να πονούν μαζί με τη γη κι άλλοτε να στέλνουν τις προσευχές τους σαν γαλάζιες κορδέλες ψηλά στον ουρανό.  Κάποιες φορές μάλιστα, έπαιξαν και εκείνες τις αργόσυρτες μελωδίες της παράξενης μουσικής τους κάτω από τον ίσκιο των δέντρων μέσα στο δάσος. Οι άνθρωποι του δάσους έλεγαν πως το δάσος ήταν ο πρώτος ναός της γης. Σ΄εκείνον λοιπόν το ναό έπαιξαν οι χελώνες τη μουσική τους και τα δέντρα και τα πουλιά σιώπησαν και αφουγκράστηκαν ευλαβικά, όπως μια προσευχή, τους ήχους τους.

Στ΄ αλήθεια, άκουσες ποτέ την μουσική τους…;

Αφού ξεκουράζονταν κι έπαιρναν μιαν ανάσα, συνέχιζαν κάθε φορά με καινούρια δύναμη και ανανεωμένη διάθεση τη στράτα τους. Η κούραση δεν τους νικούσε παρά μονάχα προσωρινά, για μικρές στιγμές, όπως το ανοιγοκλείσιμο ενός βλεφάρου. Η επιθυμία τους να φτάσουν στην άλλη πλευρά του λόφου, εκεί που είχε άνοιξη, ήταν τόσο μεγάλη που εξαφάνιζε και το παραμικρό ίχνος κούρασης.

Η αλήθεια βέβαια ήταν, ότι δεν ήταν η πρώτη τους φορά… Είχαν προσπαθήσει πολλές φορές να φτάσουν στην άλλη πλευρά, εκεί που είχε άνοιξη, ξανά και ξανά και ξανά…  Ξεκινούσαν φθινόπωρο να προφτάσουν την άνοιξη, όμως ο δρόμος ήταν στ΄αλήθεια μακρύς και οι χελώνες πορεύονταν στον δικό τους ρυθμό. Ήταν μόλις λίγοι μήνες διαφορά, μα δεν πρόφταιναν ποτέ…

Στ΄ αλήθεια έχεις ακούσει ποτέ την μουσική τους …;

Ετούτη όμως τη φορά, βαθιά μέσα τους ένιωθαν πως θα έφταναν στον προορισμό τους. Θα κατάφερναν να ανταμώσουν την άνοιξη και να τη χαιρετήσουν. Θα είχαν την ευκαιρία να δουν από κοντά όλα τα θαυμαστά δώρα της άνοιξης, τα μοναδικά χρώματα, τα ιδιαίτερα αρώματα και το ξεδίπλωμα μιας πανδαισίας ήχων και αρμονικών συμφωνιών.

Θα πέρναγαν τα όρια του μικρού κόσμου τους, του δάσους των πραγματικών ανθρώπων, και θα έβλεπαν πως είναι ο κόσμος και από την άλλη πλευρά του λόφου.

Όταν ήταν μικρές θυμούνταν πως οι μεγάλοι έλεγαν ότι στην άλλη πλευρά ζουν οι άνθρωποι – πουλιά που πετούν αντί να περπατούν και μπορούν να δημιουργούν τον κόσμο γύρω τους με τη σκέψη τους. Οι άνθρωποι – πουλιά ύφαιναν με τις κλωστές τ΄ονείρου τους την πραγματικότητα που ήθελαν… Αν ήθελαν βροχή, ονειρεύονταν τη βροχή κι έπειτα έβρεχε. Αν ήθελαν τροφή, ονειρεύονταν τη τροφή και ανάλογα εμφανιζόταν… Ό,τι χρειάζονταν, δεν αρκούσε παρά να το ονειρευτούν πρώτα…

Σκέφτονταν λοιπόν, πως αν ήταν τυχερές μπορεί και να συναντούσαν κάποιους από τους ανθρώπους – πουλιά και να μάθαιναν τη θαυμαστή τέχνη τους, να μπορούν να δημιουργούν ό,τι χρειάζονται με το να το ονειρεύονται απλά…

Καθώς προχωρούσαν στο απάτητο μονοπάτι με τόση λαχτάρα, η μια χελώνα είδε ξαφνικά στ΄ αριστερά της  μια μαύρη τρύπα που φαινόταν σαν ένα βαθύ τούνελ μέσα στη γη. Πλησίασε κοντά της και κοίταξε μέσα. Είδε πως η τρύπα αυτή χωρούσε και τις δυο τους και πήγαινε πολύ πολύ βαθιά, τόσο που σκοτείνιαζε και δεν μπορούσε παρά να μαντέψει μοναχά που μπορεί να οδηγούσε. Ήταν σίγουρη πως αν περνούσε από κει, θα την οδηγούσε στην άλλη πλευρά του λόφου πολύ πιο γρήγορα κι έτσι θα πρόφταινε την άνοιξη…

“Αυτό το τούνελ είναι το κλειδί για τον προορισμό μας. Είναι η απάντηση στις προσευχές μας και ο γρήγορος δρόμος να εκπληρωθεί η επιθυμία μας να ανταμώσουμε επιτέλους την άνοιξη”, σκέφτηκε  η χελώνα και αναθάρρησε.

Μες στη χαρά και τον ενθουσιασμό της το είπε και στην άλλη χελώνα.

– “Τούτο το τούνελ νομίζω ότι πρέπει το δίχως άλλο να οδηγεί στην άλλη πλευρά του λόφου. Τι λες; Δεν πάμε μέσα απ΄αυτό, να κάνουμε πιο γρήγορα και να προφτάσουμε την άνοιξη;”

 – ” Δε νομίζω”, είπε η άλλη χελώνα. “Ακόμα είναι φθινόπωρο, σε λίγες μέρες ίσα που έρχεται ο χειμώνας… Έχουμε ακόμα καιρό μέχρι να προφτάσουμε την άνοιξη. Τι θες να βιαστείς; Εξάλλου αυτή η μαύρη τρύπα δεν μου φαίνεται και πολύ ασφαλής. Ποιος ξέρει τι μπορεί να συναντήσουμε μέσα εκεί;”

– “Μα έλα, εγώ νομίζω πως τούτη η τρύπα είναι απολύτως ασφαλής… Δεν υπάρχει τίποτα να φοβόμαστε… Έλα μαζί μου, ας πηδήσουμε μέσα στην τρύπα και είμαι βέβαιη πως θα μας βγάλει μέσα σε μια στιγμή σαν αστραπή, στην άλλη πλευρά του λόφου… Δεν έχουμε παρά να δοκιμάσουμε! Έλα λοιπόν μαζί μου και μην φοβάσαι!”

Έτσι οι δυο χελώνες στο τέλος αποφάσισαν να χωρίσουν μιας και δεν συμφώνησαν μεταξύ τους, αλλά τουλάχιστον υποσχέθηκαν η μια στην άλλη να βρεθούν στην άλλη πλευρά του λόφου. Όποια θα έφτανε πρώτη, θα περίμενε και την άλλη. Πέρασαν μέρες, πέρασαν βδομάδες, πέρασαν μήνες… Κύλησε ο καιρός σαν να ‘τανε νεράκι. Η χελώνα που αρνήθηκε να πηδήξει μέσα στη μαύρη τρύπα και πήρε το δρομάκι το γνωστό, εκείνο που πάντα ακολουθούσαν, σαν ξεκινούσαν για την άλλη πλευρά του λόφου, επιτέλους έφτασε. Δεν ήταν όμως η άλλη χελώνα  εκεί… Κοίταξε από δω, κοίταξε από κει, κοίταξε δεξιά, κοίταξε αριστερά, πάνω, κάτω, μα τίποτα. Πουθενά δεν φαινόταν η άλλη χελώνα. Ούτε το παραμικρό ίχνος που να δήλωνε την παρουσία της. Η άνοιξη είχε τελειώσει από καιρό… Ήταν καλοκαίρι σχεδόν περασμένο και έφτανε πια φθινόπωρο, η εποχή που και πάλι θα έπρεπε να ξεκινήσουν για την άνοιξη που φαινόταν στην άλλη πλευρά…

“Θα περιμένω εδώ, στην όχθη του ποταμού”, είπε από μέσα της η χελώνα και ακούμπησε σε μια ολόλευκη στρογγυλή ποταμίσια πέτρα, ζεστή από το χάδι του ήλιου. “Η φίλη μου δεν θ΄αργήσει να ΄ρθει. Όπου να ‘ναι θα φτάσει κι αυτή και θα μου πει τις περιπέτειες που είχε στο ταξίδι της.”

Όπως περίμενε με λαχτάρα να δει την καλή της φίλη η χελώνα, να που ήρθαν τα σύννεφα…

Ένα τόσο δα μικρό συννεφάκι που είχε ξεκινήσει το ταξίδι του από την αγκαλιά της θάλασσας, χαμήλωσε κι έγνεψε στη χελώνα. Είχε να της πει κάτι πολύ σημαντικό.

-“Για τη φίλη σου τη χελώνα που ψάχνεις…”

Με το που το άκουσε εκείνη, έγυρε αμέσως προς τα επάνω το κεφάλι της, τόσο που βρέθηκε με τα πόδια να περπατούν σχεδόν στον αέρα και τα μάτια καρφωμένα στο συννεφάκι.

-“Σ΄ ακούω”, είπε… “Πες μου, πες μου…”

-“Ξέρω πως ψάχνεις τη φίλη σου τη χελώνα, κι εγώ με τη συντροφιά μου, τα σύννεφα, ερχόμαστε από την άλλη πλευρά του λόφου. Εκεί μόλις πριν λίγες μέρες μας συγκίνησε τόσο κάτι που είδαμε, που εγώ και οι φίλοι μου, τα σύννεφα, δακρύσαμε και φέραμε βροχή… Μας μάλωσε η εποχή, μα δεν μας ένοιαζε καθόλου… Πριν αρκετά φεγγάρια στο ταξίδι μου, θυμάμαι πως είχα δει τη στιγμή ακριβώς που η φίλη σου η χελώνα έμπαινε σε μια τρύπα, ενώ εσύ τράβαγες το δρομάκι… Σκέφτηκα πως έπρεπε να στο πω, γιατί τη μέρα εκείνη θυμάμαι πως βρέξαμε τόσο που γέμισε η τρύπα νερό και πλημμύρισε…

Η χελωνίτσα σαν τ΄άκουσε, κατάλαβε πως η φίλη της έπαθε κάτι κακό. Ταράχτηκε τόσο μα τόσο πολύ, που δίχως ανάσα σχεδόν, ίσα που μπόρεσε να ρωτήσει το συννεφάκι:

 – “Μα, πες μου καλό μου συννεφάκι, εσύ που έρχεσαι από μακριά και τα μάτια σου έχουν δει πολλά, τι ήταν αυτό που τόσο σας συγκίνησε;…

 – “Ο κόπος μιας χελώνας”, απαντά το συννεφάκι… “Η προσπάθειά της να σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό δέντρο και να φωνάξει όσο πιο δυνατά μπορούσε…”

-“Και τι ήταν αυτό που φώναζε;”

-“Πες μου, τι φώναζε;” ρώτησε με λαχτάρα η χελώνα

-“Φώναζε για να την ακούσει η φίλη της…”Έλαααααα, η τρύπα οδηγεί στην άλλη πλευραααααά! Έλαααα, προφταίνουμε την άνοιξη!”

Της Ζωής Νικητάκη

Το παραμύθι τούτο αφιερώνεται στον φίλο μουσικό Μιχάλη Παπακανάκη, που ζει και δημιουργεί στην Κρήτη και μια ημέρα ξετύλιξε την ιδέα της κλωστής τούτου του παραμυθιού.

Από το βιβλίο “Παραμύθια για της καρδιάς μας την αλήθεια”, εκδόσεις Κονιδάρη.

 

Ζωή Νικητάκη

Ζωή Νικητάκη

H Zωή Νικητάκη είναι εικαστικός – εικονογράφος, σύμβουλος ψυχοδυναμικής χρωματοθεραπείας, παραμυθοταξιδεύτρια, συγγραφέας και εισηγήτρια σεμιναρίων. Με εργαλεία της την εικόνα, τον συμβολικό και μαγικό λόγο του παραμυθιού, το χρώμα, τον λόγο, τον δημιουργικό οραματισμό κι ένα ολόκληρο σεντούκι μαγικών δώρων συμβάλλει στο να ενεργοποιηθεί η χαρά του εσώτερου μαγικού παιδιού και η ψυχή να θυμηθεί τον σκοπό της απ΄την αρχή.
Δείτε τα πλήρη στοιχεία της Ζωής Nικητάκη
Ζωή Νικητάκη

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

Στη γέφυρα του Γαλατά

Σχολιάστε

Εναλλακτικά, συνδεθείτε με...




Αφήστε το σχόλιό σας !
Γράψτε το όνομά σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.