Η παραδειγματική ιστορία του Giovanni Doz

0
Η παραδειγματική ιστορία του Giovanni Doz - Του Giuseppe Dell’ Acqua

85 ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Του Giuseppe Dell’ Acqua

Ιστορία από το βιβλίο «Δεν έχω όπλο που να σκοτώνει λιοντάρια – Ιστορίες από το άσυλο της Τεργέστης» του Giuseppe Dell’Acqua (Ed. Libraria 1980 – Trieste).

Tο βιβλίο μέσα από τις ιστορίες των εγκλείστων της τότε κλινικής της Τεργέστης αναδεικνύει το νόημα και τον κόπο για την ανάκτηση της προσωπικής ιστορίας του νοσηλευόμενου. Μιλάει ακόμη για μια σχέση που τώρα πια μπορούσε και έπρεπε να χτιστεί, ανάμεσα στον ασθενή και στον θεραπευτή, στα χρόνια της αποασυλοποίησης της ψυχιατρικής.

Γνώρισα τον Τζιοβάνι στο τμήμα «Π», στο δωμάτιο, όπου ως συνήθως, τα τελευταία είκοσι χρόνια, ήταν απασχολημένος με το να στρώνει τα κρεβάτια. Ψέλλισε λίγα λόγια χαμηλόφωνα και φάνηκε μάλλον δουλοπρεπής απέναντί μου, γιατί ήμουνα γιατρός.

Τους επόμενους μήνες είδα ελάχιστα τον Τζιοβάνι, γιατί ήταν πολύ απασχολημένος με την εργασία του, έπρεπε εγώ λοιπόν, όταν το θυμόμουν, να πάω να τον βρω και να τον χαιρετήσω.

Η κλινική του καρτέλα, όπως όλες, συνόψιζε με λίγα λόγια, με έναν ορισμό – σχιζοφρένεια – όλη αυτή την κόλαση που ο Τζιοβάνι είχε ζήσει από το 1945 ως το 1949, χρονιά κατά την οποία είχε εισαχθεί στην ψυχιατρική κλινική για πρώτη φορά.

Εκείνα τα χρόνια, όπως τόσοι Ιστριάνοι, ο Τζιοβάνι είχε ακολουθήσει την αυταπάτη να βρει στην Τεργέστη, ή καλύτερα στην Ελεύθερη Γη της Τεργέστης, τη λύση όλων των προβλημάτων της ζωής.

Ο Τζιοβάνι κατά περιόδους μου έγραφε μια επιστολή με συνημμένες 500 λίρες όπου, με αποσπασματική γλώσσα και κομμάτια «ακατανόητα», μου ζητούσε ένα κομμάτι γης στο νοσοκομείο: αν ήταν εποχή της σποράς για να σπείρει το σιτάρι, αν ήταν καιρός για πατάτες, για να σκάψει τις πατάτες. Οι 500 λίρες ήταν το αντίτιμο που ήθελε να πληρώσει για να ασχοληθώ με την περίπτωσή του.

Οι νοσοκόμοι του τμήματος μου διηγούνταν πως εδώ και χρόνια, δε θυμούνταν πια πόσα, ο Τζιοβάνι έγραφε επιστολές αυτού του είδους. Καθώς έλεγαν και οι γιατροί που είχαν προηγηθεί, αυτά τα γράμματα τα τόσο αλλόκοτα και ακαταλαβίστικα, καθώς και το ότι ήθελε να πληρώσει 500 λίρες, ήταν όλα σημάδια αδιαμφισβήτητα της ασθένειάς του.
Ο Τζιοβάνι ήταν και θα παρέμενε «σχιζοφρενής».

Ήταν πάνω κάτω πενήντα ετών όταν τον γνώρισα. Τη μισή ζωή του την είχε περάσει στο άσυλο.  Προσπαθούσα καμιά φορά να καταλάβω περισσότερα συζητώντας μαζί του, αλλά οι προσπάθειές μου παρέμεναν άκαρπες. Η διήγηση του Τζιοβάνι χανόταν μέσα σε ένα σωρό από ονόματα συγγενών, φίλων, κόσμου που πριν την εισαγωγή του πρέπει να ήταν σημαντικός για εκείνον.

Και παρέμεναν μάταιες οι προσπάθειές μου, γιατί ο Τζιοβάνι συνέχιζε να μιλάει ψιθυριστά και ξέπνοα, δείχνοντας μ’ αυτό τον τρόπο, κατά τη γνώμη μου, όλο το σεβασμό και τον τρόμο που ένιωθε για τον γιατρό και για όλους όσους ασκούσαν εξουσία πάνω του.

Το ίδρυμα είχε κατορθώσει να «θεραπεύσει» τον Τζιοβάνι Ντοζ: είχε γίνει ένα αντικείμενο που κατάφερνε να έχει μια καλή και ισότιμη σχέση μόνο με άλλα αντικείμενα, τα κρεβάτια δηλαδή που τακτοποιούσε κάθε πρωί. Είχα καταλάβει πως ο Τζιοβάνι μου εξέφραζε επιθυμίες, περιέγραφε δε όλη τη νιότη του, ίσως ευτυχισμένη, που πέρασε στους κάμπους της Ίστρια, αλλά που δεν μπορούσαν να φτάσουν ούτε στο ελάχιστο σ΄εμένα ως ένα ξεκάθαρο μήνυμα.

Μια φορά βγήκαμε μαζί με το αυτοκίνητο και για να γίνει αυτό, έπρεπε να επιμείνω για μια ολόκληρη εβδομάδα. Μετά από αυτή τη βόλτα και αφού και σταματήσαμε σε ένα καφέ, ο Τζιοβάνι, που δεν κατάφερνε να κατανοήσει πώς ένας γιατρός κι ένας νοσοκόμος μπορούσαν να βγαίνουν έξω μαζί μ’ εκείνον και με άλλους νοσηλευόμενους, να μιλάνε μαζί, να κάθονται στο ίδιο τραπέζι, ήθελε να με ανταμείψει ως συνήθως με μια επιστολή με συνημμένες τις 500 λίρες.

Ήρθαν οι «καλλιτέχνες», και μετά από άλλα παρακάλια, γιατί ο Τζιοβάνι δεν ήθελε να έρθει, ο Τζιοβάνι κι εγώ, μαζί με τόσους άλλους, πήγαμε στο εργαστήρι «Π». Μπροστά σε ένα μεγάλο κομμάτι χαρτί προσπαθήσαμε παρέα να αναπαραστήσουμε την αποσπασματική ιστορία που μου διηγούνταν.

Αυτή τη φορά ήμασταν ο Τζιοβάνι κι εγώ και τόσοι άλλοι που μας κοίταζαν και συμμετείχαν στο εγχείρημά μας, και που προσπαθούσαμε μαζί να καταλάβουμε και να ανακατασκευάσουμε ένα κομμάτι της περασμένης του ζωής.

Ζωγραφίσαμε μια βάρκα και επιτέλους κατάλαβα πως Μεσίνα, ένα όνομα που επαναλάμβανε τόσο συχνά, ήταν το όνομα της βάρκας και πως ο καπετάνιος ονομαζόταν Τζιοβάνι και ήταν ο πατέρας του. Και πως στη βάρκα ψαρεύανε όλοι μαζί, ο Τζιοβάνι και τ’ αδέλφια του, ο Αντόνιο και ο Γκουαρίνο.

Εκείνη τη μέρα ψαρέψαμε και ζωγραφίσαμε ψάρια: ψάρια φαρδιά, μακρυά, μεγάλα και μικρά και ο Τζιοβάνι τα αναγνώριζε όλα.

Ο στόχος που έβαλα μετά από αυτή την εμπειρία ήταν να μπορέσω να υλοποιήσω αμέσως τις επιθυμίες που πήραν μορφή πάνω στο χαρτί. Τις επόμενες ημέρες, στο εργαστήρι, σε μια κατάσταση στην οποία η επαφή ανάμεσά μας ήταν πιο άμεση, ο Τζιοβάνι μου μίλησε για τ΄αδέλφια του που βρίσκονταν στην Τεργέστη. Εντόπισα τους αδελφούς, και για πρώτη φορά μετά από είκοσι χρόνια, ο Τζιοβάνι επισκέφθηκε τον αδελφό του.

Εκείνη η πρώτη συνάντηση έγινε η αφορμή για να ακολουθήσουν και άλλες πολλές, και σχεδιάσαμε τον επαναναπατρισμό στο Σαν Τζιοβάνι ντι Ουμάγκο (το οποίο σήμερα βρίσκεται σε Γιουγκοσλαβικό έδαφος). Ζητήσαμε από το Δήμο το πιστοποιητικό γέννησης και αμέσως μετά την άδεια παραμονής (ακόμη και η νομική ταυτότητα του Τζιοβάνι έπρεπε να ξαναχτιστεί). Στα μέσα Φλεβάρη πήγαμε στο Ουμάγκο.

Ο Τζιοβάνι συνάντησε αδέλφια, ξαδέλφια, κουμπάρους, φίλους, ανίψια που είχε γνωρίσει στα σπάργανα, καθώς και άλλα τόσα άγνωστα. Όλοι είχαν μαζί του μια επαφή «άμεση»: την αμεσότητα κάποιου που ζει στο χωριό. Ο Τζιοβάνι συνέχιζε να μιλάει ψιθυριστά, μιλούσε όμως με όλους και τους χαιρετούσε όλους.

Μείναμε στο χωριό, πήγαμε στα σπίτια των διαφόρων γνωστών, συγγενών και φίλων από τις εννιά το πρωί ως τις τρεις το μεσημέρι: σε αυτές τις έξι ώρες πολλά ακόμη πρόσωπα της ταυτότητας του Τζιοβάνι απέκτησαν σάρκα και οστά. Οι συγγενείς με καλούσαν παράμερα, λίγο ενοχικοί, με ρωτούσαν αν ήταν «επικίνδυνος», όπως ήξεραν από πάντα, όπως τότε που τον έβλεπαν να το σκάει αποφασισμένος και αγριεμένος για την Τεργέστη, αλλά και αν ήταν σωστό που τον κρατούσαν στο άσυλο για τόσα χρόνια.

Ο αδελφός ο Αντόνιο και η σύζυγος, μετά από κάνα δυο ώρες κουβέντα πάντα λίγο παράμερα από τους άλλους, με ρώτησαν αν ήταν δυνατό «για δοκιμή», ο Τζιοβάνι να μείνει μαζί τους για κάποιες μέρες την άνοιξη που ερχόταν. Φύγαμε με την υπόσχεση πως θα επιστρέφαμε σε λίγο καιρό και με τη βεβαιότητα πως ο Τζιοβάνι άρχιζε επιτέλους να υλοποιεί τις «ακατανόητες» επιθυμίες του που τόσο συχνά είχε προσπαθήσει να εκφράσει.

Μόλις φτάσαμε στην κλινική – ήταν πέντε το απόγευμα – πήγαμε στο εργαστήρι «Π». Ήταν όλοι τους εκεί. Από το βήμα που εκείνες τις μέρες είχε μόλις κατασκευαστεί διηγηθήκαμε την εμπειρία μας. Ο Τζιοβάνι κι εγώ. Και νομίζω πως η χαρά των υπολοίπων που άκουγαν, μετέδωσε στον Τζιοβάνι την επίγνωση πως εκείνη η επιστροφή, η επιστροφή στο χωριό θα μπορούσε να σημαίνει την αρχή της ελευθερίας του.

Ο Τζιοβάνι, στις 22 Μαρτίου του 1973, με το που μπήκε η άνοιξη, επέστρεψε στο Σαν Τζιοβάνι ντι Ουμάγκο. Δουλεύει την κόκκινη γη, τη γη για την οποία μιλούσε στις επιστολές του, πηγαίνει για ψάρεμα τη νύχτα με τον αδελφό του Αντόνιο και με τους ανιψιούς του. Το απόγευμα, επισκευάζει τα δίχτυα. Έχει μια θέση στη ζωή και μια αξιοπρέπεια. Κάθε Κυριακή, μετά το γεύμα, παίζει επιτραπέζια στα οποία είναι άξιος αντίπαλος.

Ο Τζιοβάνι από το Μάρτη του ’73, έμεινε για πάντα στο Ουμάγκο και, σιγά σιγά, κατέλαβε όλο και πιο σημαντική θέση στο σπίτι του αδελφού και της νύφης του. Συνέβη μάλιστα κάτι παράξενο, παράδοξο, ένα αναποδογύρισμα των ρόλων.

Ο Αντόνιο, ως καλός χωρικός Ιστριάνος, κάνει ένα εξαιρετικό λευκό κρασί απ’ το οποίο μάλιστα πίνει μπόλικο. Τον Ιούνιο του ’75 ο Αντόνιο άρχισε να μην αισθάνεται καλά, δεν μπορούσε να κινήσει τα πόδια του, αδυνατούσε ολοένα και πιο πολύ η μνήμη του, και κοιμόταν άσχημα. Οι συγγενείς, και ο ίδιος ο Τζιοβάνι, είπαν, σκεπτόμενοι πως το άσυλο είχε θεραπεύσει τον Τζιοβάνι, μήπως πήγαινε κι εκείνος.

Κι έτσι ο Αντόνιο εισήχθη στο τμήμα όπου ο Τζιοβάνι είχε περάσει τόσα χρόνια, και ενώ ο Αντόνιο νοσηλευόταν στην Τεργέστη, ο Τζιοβάνι διεκπεραίωνε όλες τις εργασίες στα κτήματα του Αντόνιο. Κάθε εβδομάδα ο Τζιοβάνι ερχόταν να δει τον αδελφό του που νοσηλευόταν.

Στις 22 Νοέμβρη του 1977 ο Τζιοβάνι πέθανε από έμφραγμα ενώ ήταν στη βάρκα και ψάρευε με τον ανιψιό του. Ο ανιψιός αυτός ήρθε αυτοπροσώπως στην Τεργέστη να μου πει τα νέα: «Ο θείος Τζιοβάνι πέθανε».

 

Ο Πέπε Ντελ Άκουα, από το Σαλέρνο, τάξη του 1947, ψυχίατρος, είχε την τύχη να εργαστεί με τον Φράνκο Μπαζάλια από τα πρώτα χρόνια της Τεργέστης, συμμετέχοντας στην εμπειρία της μεταρρύθμισης και του κλεισίματος του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου. Μέχρι σήμερα ζει στην Τεργέστη και είναι Διευθυντής του Τμήματος Ψυχικής Υγείας.

Διδάσκει κοινωνική ψυχιατρική στο Τμήμα Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Τεργέστης.
Το 1988 εκδίδει για τις Εκδόσεις Γνώση 2000, μαζί με τον Ρομπέρτο Μετσίνα την «Τρελή κίνηση» και συλλέγει την εμπειρία σχετικά με την πραγματογνωμοσύνη της ψυχιατρικής και τη δουλειά στη φυλακή και στην δικαστική ψυχιατρική κλινική. Το κείμενο, που αποτελείται από δεκαπέντε ψυχιατρικά περιστατικά, δίνει έμφαση στη διήγηση.

Κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής του καριέρας οργάνωσε πολλές δραστηριότητες επιστημονικής συμβουλευτικής με πολλές έδρες στην Ιταλία, στην Ευρώπη και στην Αμερική, οργανώνοντας συνέδρια και σεμινάρια. Παρακολουθεί με μεγάλο ενδιαφέρον το θέμα της επικοινωνίας και της εκπαίδευσης , τόσο όσων εργάζονται, όσο και των οικογενειών των ατόμων με ψυχική νόσο.

Εξέδωσε ένα εγχειρίδιο, «Έξω πώς πάει; Οικογένειες με μέλη με σχιζοφρένεια», που επανεκδόθηκε στην 3η έκδοση από τον Φελτρινέλι (2010). Το βιβλίο συμπληρώνει και συνοψίζει τη διαδρομή αναζήτησης στο πεδίο υποστήριξης των οικογενειών με μέλη με προβλήματα ψυχικής υγείας.

Προώθησε το Φόρουμ για την Ψυχική Υγεία, φρούριο για την προστασία των δικαιωμάτων ατόμων με ψυχική ασθένεια.

Το 2007 εξέδωσε το βιβλίο-μαρτυρία «Δεν έχω όπλο που να σκοτώνει τα λιοντάρια. Τριάντα χρόνια μετά επιστρέφει η αληθινή ιστορία των προταγωνιστών της μεταρρύθμισης στην Τεργέστη του Μπαζάλια και στο άσυλο του Σαν Τζιοβάνι», με μια ανέκδοτη εισαγωγή του ίδιου του Μπαζάλια.

 

Μετάφραση: Μαρία Μαγγανάρη
Πηγή: triestesalutementale.it

Τζιοβάνι, Τεργέστη, χωριό

Μαρία Μαγγανάρη

Μαρία Μαγγανάρη

Είμαι τελειόφοιτος Masters στην Προσωποκεντρική Ψυχοθεραπεία και Συμβουλευτική από το Πανεπιστήμιο του Strathclyde. Η διπλωματική μου εστιάζει στην υποκειμενική εμπειρία γυναικώνμε σκλήρυνση κατά πλάκας, που συμμετέχουν σε μια ομάδα προσωπικής ανάπτυξης προσωποκεντρικής προσέγγισης. Είμαι επίσης απόφοιτος του προγράμματος PET (σύστημα Gordon, εκπαίδευση αποτελεσματικού γονέα). Έχω παρακολουθήσει πλήθος σεμιναρίων σχετικά με το ψυχόδραμα και την παιγνιοθεραπεία, το θεραπευτικό κουκλοθέατρο, το παιδικό ιχνογράφημα, την ερμηνευτική των ονείρων, το προσφυγικό πεδίο και άλλα.

Τα τελευταία χρόνια ασκώ την πρακτική μου ως προσωποκεντρική σύμβουλος on site και on line για περιοχές εκτός Αθηνών και εξωτερικό.
Μαρία Μαγγανάρη

Σχολιάστε

Εναλλακτικά, συνδεθείτε με...



Αφήστε το σχόλιό σας !
Γράψτε το όνομά σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.