«Και ελθόντες εις την οικίαν είδον το παιδίον μετά Μαρίας της μητρός αυτού, και πεσόντες προσεκύνησαν αυτώ, και ανοίξαντες τους θησαυρούς αυτών προσήνεγκαν αυτώ δώρα, χρυσόν και λίβανον και σμύρναν» (Ματθ.β’ 11).

Στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο διαβάζουμε ότι οι τρεις μάγοι, όταν προσκύνησαν το νεογέννητο Θείο Βρέφος, του προσέφεραν δώρα, που μάλιστα χαρακτηρίζονται ως θησαυροί: χρυσόν, λίβανον και σμύρναν. Αυτό σημαίνει ότι αυτά τα τρία δώρα ήταν από τα πιο πολύτιμα υλικά για εκείνη την εποχή. Ο χρυσός βέβαια εξακολουθεί και σήμερα να είναι το πολυτιμότερο μέταλλο. Αλλά, το λιβάνι και η σμύρνα, υλικά και τα δύο που προέρχονται από το φυτικό βασίλειο, για ποιο λόγο ήταν τόσο πολύτιμα;

Λίβανος ή λιβάνι
Φωτογραφία από Leo_65 από το Pixabay

Το λιβάνι είναι η αρωματική ρητίνη που προέρχεται από τον κορμό του δένδρου Μποσβέλλια η ιερή (Boswellia sacra). Η λατινική του ονομασία «Olibanum» προέρχεται από την αραβική «al Luban» που σημαίνει γάλα και παραπέμπει στο γαλακτώδη χυμό που ρέει από τον κορμό του δένδρου, μετά από χάραξη του φλοιού. Πρόκειται για ένα ψηλό και πυκνόφυλλο δένδρο ύψους 6 – 10 μέτρων, με ρίζες που φτάνουν σε βάθος τα 3 μέτρα. Φυτρώνει σε ερημικές τοποθεσίες στην ανατολική Αφρική, Σομαλία, τη νότια Αραβία, Oμάν και Υεμένη και στην Ινδία.

Το λιβάνι έχει χρησιμοποιηθεί κατά την αρχαιότητα όχι μόνο για λατρευτικούς και τελετουργικούς σκοπούς, εξ αιτίας του αρώματος που αναδίδει όταν καίγεται, αλλά και ως φάρμακο για πολλές παθήσεις και άλλες εφαρμογές.

Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι το χρησιμοποίησαν για λατρευτικούς σκοπούς, αλλά λόγω της αντισηπτικής του δράσης και στο ταρίχευμα των νεκρών και στο κάπνισμα των τροφών. Στους αιγυπτιακούς ναούς έκαιγαν λιβάνι στη λατρεία των θεών Ρα και Όρου. Λέγεται ότι η βασίλισσα Σίβα προσέφερε μεγάλο αριθμό δένδρων μποσβέλλια ως δώρο στο βασιλιά Σολομόντα. Λιβάνι έχει βρεθεί και στον τάφο του φαραώ Τουταγχαμών.

Στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται ότι ο ίδιος ο Θεός έδωσε οδηγίες στον Μωϋσή για την παρασκευή του θυμιάματος. Στο βιβλίο του Ησαΐα αναφέρεται μαζί με το χρυσό ως ιδιαίτερα πολύτιμο αγαθό, καθώς και στο Άσμα Ασμάτων μαζί με τη σμύρνα.

Στην ελληνορωμαϊκή εποχή τα παρασκευάσματα από λιβάνι θεωρούνταν πανάκεια. Το λιβάνι ήταν για πολύ καιρό τόσο ακριβό, που το ζύγιζαν με το χρυσάφι. Στη σημερινή Σομαλία, την Ινδία, τη Σαουδική Αραβία, την Υεμένη και το Ομάν υπάρχουν ακόμη οι “δρόμοι του λιβανιού” ηλικίας πολλών χιλιετιών και μήκους πολλών χιλιομέτρων, στους οποίους τα παλαιότερα χρόνια μεταφέρονταν το λιβάνι και η ρητίνη του μύρου με τα καραβάνια.

Η οικονομική σημασία που είχε το εμπόριο του λιβανιού για τις αραβικές χώρες εκείνη την εποχή, προσομοιάζεται με την αντίστοιχη σημερινή αξία του πετρελαίου για τις χώρες αυτές. Μάλιστα υπάρχουν μύθοι που λένε ότι τα δένδρα βρίσκονταν σε απρόσιτες ορεινές περιοχές μέσα στην έρημο και φυλάγονταν από δρακόμορφα πλάσματα, προφανώς για να αποτρέψουν την κλοπή της ρητίνης.

Στην αρχαιότητα τα δένδρα ανήκαν στο βασιλιά της χώρας και αυτός διαπραγματευόταν τα δικαιώματα της συγκομιδής με διάφορους εμπόρους. Σήμερα ανήκουν στο κράτος και, σύμφωνα με άγραφη συμφωνία, τα εκμεταλλεύονται οικογένειες που κατοικούν κοντά στις περιοχές που φυτρώνουν. Η συλλογή γίνεται με τον παραδοσιακό τρόπο της χάραξης του κορμού, απ’ όπου ρέει ο γαλακτώδης χυμός, του οποίου ο ρόλος είναι η προστασία του δένδρου από μολύνσεις και η επούλωση τραυμάτων του κορμού. Μετά από τρεις μήνες η ρητίνη στερεοποιείται αρκετά, ώστε να μπορεί να συλλεχθεί. Καλύτερης ποιότητας ρητίνη παράγεται μετά από την τρίτη χάραξη και συγκομιδή.

Η αξία του λιβανιού ως φάρμακο

Είναι εντυπωσιακή η μεγάλη γκάμα των χρήσεων του λιβανιού ως φάρμακο κατά την αρχαιότητα. Αναφορές για το λιβάνι κάνουν οι γιατροί της αρχαιότητας, ο Πλίνιος, ο Διοσκουρίδης και ο Αβικέννας. Φαρμακευτική χρήση δεν είχε μόνο η ελαιορητίνη και το αιθέριο έλαιο που βγαίνει από αυτήν, αλλά και όλα τα μέρη του δένδρου, όπως η ρίζα και ο φλοιός, τα μπουμπούκια, τα άνθη και οι καρποί.

Τη σκόνη από κοπανισμένο φλοιό τη χρησιμοποιούσαν για τις πληγές, ενώ έφτιαχναν και αλοιφή καταπραϋντική για τα οιδήματα. Σκόνη του φλοιού αναμεμειγμένη με νερό τη χρησιμοποιούσαν ως αντισηπτική για πλύση μολυσμένων ή βρόμικων τραυμάτων. Το τσάι από το βράσιμο του φλοιού θεωρούνταν τονωτικό και καθαριστικό ενώ το εσωτερικό λευκό μέρος της ρίζας από νεαρά φυτά, το μασούσαν σε στομαχικά προβλήματα.
Από το φλοιό παρασκεύαζαν αλοιφή για τους μυικούς πόνους, τις δερματικές πληγές και το σκασμένο δέρμα.

Αναφέρεται ότι ο Νέρωνας χρησιμοποίησε μια πομάδα από ρητίνη λιβάνου και κερί για να καλύψει τις σακούλες κάτω από τα μάτια μετά από μια νύχτα ακολασίας. Για το στομαχόπονο έπιναν ένα αφέψημα από ρητίνη με κανέλα και κάρδαμο. Για τη μαστίτιδα χρησιμοποιούσαν μια πάστα που έπαιρναν από το βράσιμο της ρητίνης με γάλα. Η ρητίνη σε ανάμιξη με λευκό κρασί και πνεύμονες λαγού χρησιμοποιήθηκε για την επιληψία. Η ρητίνη μασιότανε ως μαστίχα για την ενίσχυση των δοντιών και των ούλων και την θεραπεία στοματικών λοιμώξεων.

Ο καπνός της ρητίνης που σιγοκαίει χρησιμοποιήθηκε για τους επίμονους και δυνατούς πονοκεφάλους αλλά και ως εντομοαπωθητικό και προφυλακτικό από τα τσιμπήματα των κουνουπιών που μετέφεραν ελονοσία. Κατά τον τοκετό, και 40 μέρες μετά, καίγανε λιβάνι για την προστασία της μητέρας και του νεογέννητου. Η μητέρα καθόταν οκλαδόν πάνω σε ρητίνη που σιγόκαιγε, για απολύμανση, αποκατάσταση του μυικού τόνου και επούλωση των πληγών από τη γέννα. Θεωρήθηκε επίσης ότι βελτιώνει τη μνήμη και καθαρίζει το μυαλό.

Η αιθάλη της ρητίνης χρησιμοποιήθηκε για πονεμένα και κουρασμένα μάτια και οι αντισηπτικές της ιδιότητες γενικά για οφθαλμικές παθήσεις. Από το κάρβουνο που απέμενε από ρητίνη που σιγόκαιγε αναμεμιγμένο με κεριά, έλαια και άλλες ουσίες έφτιαχναν το Kajal (Khol), το οποίο χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες ως eye-liner γύρω από τα μάτια, όπως φαίνεται και στις απεικονίσεις αιγυπτιακών θεοτήτων και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται και σήμερα. Το ενδιαφέρον είναι ότι δεν το χρησιμοποιούσαν μόνο για αισθητικούς λόγους, αλλά πίστευαν ότι προστατεύει τα μάτια και βελτιώνει την όραση.

Σε κατάγματα χρησιμοποιούσαν δύο ξύλα ως νάρθηκα, τα τύλιγαν με λωρίδες φλοιού και με επίδεσμο εμποτισμένο σε μαλακή ρητίνη, η οποία κατά την ξήρανση σκλήραινε και παρείχε υποστήριξη για την ακινητοποίηση των οστών.

Τα μπουμπούκια και οι καρποί θεωρούνταν τονωτικά για το πεπτικό σύστημα. Η καύση του θυμιάματος πίστευαν ότι απομακρύνει τους «δαίμονες της ασθένειας» και δρα ως αποχρεμπτικό και ευεργετικό σε αναπνευστικά προβλήματα.

Εκτός από φάρμακο, το λιβάνι είχε κι άλλες πρακτικές χρήσεις. Τη ρητίνη τη χρησιμοποιούσαν ως συγκολλητικό υλικό σε ρωγμές κεραμικών και άλλων σκευών, καθώς στερεοποιείται και σκληραίνει όταν στεγνώσει. Χρησιμοποιήθηκε επίσης για το καλαφάτισμα των πλοίων.

Στην Ινδία η ρητίνη θεωρείται και σήμερα φάρμακο για τους ρευματισμούς και αυτός είναι ο λόγος που τελευταία επανήλθε στο προσκήνιο το λιβάνι ως φάρμακο. Οι έρευνες έχουν επικεντρωθεί στο λιβάνι ως αντιφλεγμονώδες και φάρμακο για τους ρευματισμούς και τη ρευματοειδή αρθρίτιδα. Έρευνες επίσης έχουν δείξει ότι το λιβάνι περιέχει ψυχοδραστικές ουσίες με αγχολυτικές και αντικαταθλιπτικές ιδιότητες και χρησιμοποιείται ως αντικαταθλιπτικό στην αρωματοθεραπεία. Σε πειράματα με ζώα μπόρεσε να επιτευχθεί αποτελεσματική αντιμετώπιση σε εντερίτιδες και δερματίτιδες, φλεγμονές του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού, καθώς και στην αρθρίτιδα.

Εκχυλίσματα επίσης χρησιμοποιούνται για γαστρεντερικές παθήσεις, όπως η κολλίτιδα και η νόσος του Crohn.

Σε καταστάσεις άγχους μπορούμε να κάψουμε λιβάνι και να θυμιατίσουμε το χώρο μας για ηρεμία και χαλάρωση, αλλά και για απολύμανση του χώρου μας.

“Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν Σου”.

Ο στίχος αυτός είναι γραμμένος στον 140ο ψαλμό του Δαβίδ. Και στο βιβλίο του προφήτη Μαλαχία (Α΄ Κεφάλαιο, στίχος 11) γράφει: «Από ανατολή ηλίου έως δυσμών το όνομα μου δεδόξασται εν τοις έθνεσι και εν παντί τόπω θυμίαμα προσάγεται τω ονόματί μου και θυσία καθαρά, διότι μέγα το όνομα μου εν τοις έθνεσι, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ.»

Όπως αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη (Έξοδ. 30: 34-36), ο ίδιος ο Θεός υπέδειξε στο Μωυσή τον τρόπο παρασκευής του θυμιάματος. Και ο Μωυσής υπακούοντας, κατασκεύασε και τοποθέτησε στη Σκηνή του Μαρτυρίου Θυσιαστήριο του Θυμιάματος (Έξοδ. 30: 1-10).

Το θυμίαμα αποτελείται από 4 συστατικά: στάκτη, όνυχα, χαλβάνη και λίβανο σε ίσες αναλογίες. Κατ’ εντολή του Θεού έπρεπε να προσφερθεί σε Αυτόν Θυμίαμα στην αρχή της ημέρας, το πρωί και το βράδυ με το άναμμα των Λύχνων (Έξοδ. 30: 7-8). Και μάλιστα έδωσε εντολή, με αυτή τη σύνθεση να μην το χρησιμοποιήσουν για τον εαυτό τους αλλά μόνο για τον Κύριο: «Θυμίαμα κατά την σύνθεσιν ταύτην ου ποιήσετε υμίν εαυτοίς· Αγίασμα έσται υμίν Κυρίω· Ός αν ποιήση ωσαύτως ώστε οσφραίνεσθαι εν αυτώ, απολείται εκ του λαού αυτού.»

Η πρακτική του θυμιατίσματος μεταφέρθηκε και στη χριστιανική τελετουργία. Εκτός από την εκκλησιαστική τελετουργία οι πιστοί το είχαν παράδοση παλαιότερα, πρωί και βράδυ, να θυμιάζουν το σπίτι για ευλογία, για να φεύγουν οι αρρώστιες αλλά και τα δαιμόνια. Χαρακτηριστική είναι η λαϊκή έκφραση «….όπως ο διάβολος φοβάται το λιβάνι».

Η συνήθεια αυτή εξακολουθεί και σήμερα να γίνεται κυρίως σε μέρες γιορτών.

Μύρο ή σμύρνα
Φωτογραφία από xbqs42 από το Pixabay

Το μύρο ή σμύρνα είναι μια αρωματική ουσία που προέρχεται από την ρητίνη που εκκρίνεται από τον φλοιό του δένδρου Κομμιφόρα μύρα (Commiphora Myrrha ή C. molmol ή Balsamodendron Myrrha). Πρόκειται για έναν αγκαθωτό θάμνο ή χαμηλό δένδρο που φυτρώνει στην Ανατολική Αφρική, Σομαλία και Αιθιοπία και στη Μέση Ανατολή. Ο κορμός του είναι χονδρός, με πολλά άτακτα και στρεβλά κλαδιά με όζους. Τα μικρότερα κλαδιά, στις άκρες, διατάσσονται κάθετα σε δεσμίδες και φέρουν αιχμηρά αγκάθια. Τα φύλλα είναι λιγοστά, μικρά και άνισα.

Στον κορμό του δένδρου σχηματίζονται κοιλότητες. Στις κοιλότητες αυτές ή σε σχισμές του φλοιού εκκρίνεται μια κοκκώδης, ρητινώδης ανοιχτοκίτρινη αρωματική μάζα, η οποία στον αέρα σκληραίνει και γίνεται ένας καφεκόκκινος σβώλος μεγέθους καρυδιού. Αυτό είναι το μύρο ή σμύρνα. Έχει μία έντονη χαρακτηριστική οσμή και μια γεύση στυφή και ελαφρώς πικρή. Είναι εύφλεκτο, αλλά καίγεται αδύναμα. Το καλύτερο μύρο είναι της Σομαλίας απ’ όπου συλλέγεται, πουλιέται στα παζάρια των Βερβέρων κι από κει μεταφέρεται στη Βομβάη, όπου το αξιολογούν και, το καλύτερο στέλνεται στην Ευρώπη ενώ το 2ης ποιότητας στην Κίνα. Το αληθινό μύρο στις αγορές είναι γνωστό ως «καράμ». Η μεταφορά και το εμπόριό του παλαιότερα γινόταν μέσα από τους δρόμους του λιβανιού.

Η λατινική ονομασία «commiphora» προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις “κόμμι” και “φέρω”, η ονομασία «σμύρνα» στην εβραϊκή σημαίνει πικρία, ενώ η ονομασία “molmol” προέρχεται πιθανά από τη Σομαλία.

Το μύρο χρησιμοποιήθηκε από την αρχαιότητα για τις ιδιότητές του. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι το χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή του “kyptji”, ενός υλικού για την ταρίχευση των νεκρών. Ενδιαφέρον είναι ότι τους ορφικούς ύμνους αναφέρεται ως θυμίαμα επικλητικό των θεών στους ναούς.

Στην κινεζική ιατρική θεωρείται ότι επηρεάζει τους μεσημβρινούς της καρδιάς, του ήπατος και της σπλήνας και χρησιμοποιήθηκε για ρευματικές και αρθριτικές παθήσεις και κυκλοφοριακά προβλήματα. Στους προβιβλικούς χρόνους χρησιμοποιούνταν στη λατρεία της εβραϊκής θρησκείας και άλλων θρησκειών ως συστατικό ενός θεραπευτικού ελαίου.

Το μύρο έχει χρησιμοποιηθεί παραδοσιακά στην αντιμετώπιση της αμηνόρροιας, της δυσμηνόρροιας, της εμμηνόπαυσης, σε όγκους της μήτρας καθώς και για τη διάλυση του στάσιμου αίματος έξω από τη μήτρα, σε πονόδοντους και σε αλοιφές για μώλωπες, πόνους και διαστρέμματα.

Χρησιμοποιείται επίσης ως στυπτικό και θεραπευτικό στα δερματικά προβλήματα.

Στην αγιουρβεδική ιατρική θεωρείται τονωτικό, αναζωογονητικό, αφροδισιακό και δραστικό αιμοκαθαριστικό. Στην Ινδία και τη Μέση Ανατολή χρησιμοποιείται στα ενοχλήματα της στοματικής και της φαρυγγικής κοιλότητας, των ούλων και της πεπτικής οδού, αλλά και στις ανωμαλίες της έμμηνης ρύσης και τη δυσμηνόρροια. Θεωρείται ότι διεγείρει την όρεξη και την ροή των πεπτικών υγρών. Συνιστάται για την αντιμετώπιση ελαφρών φλεγμονών του βλεννογόνου του στόματος και του φάρυγγα, φαρυγγίτιδες και αμυγδαλίτιδες, σε δερματίτιδες, πληγές και εκδορές.

Πειραματικά επιβεβαιώθηκε η αποτελεσματικότητα του μύρου κατά στελεχών βακτηρίων, του μύκητα Candida albicans, που προκαλεί μυκητιάσεις των ποδιών και του κόλπου καθώς και σε παρασιτικούς σκώληκες όπως το σχιστόσωμα. Επιβεβαιώθηκαν επίσης η αναλγητική αντιπυρετική και αντιφλεγμονώδης δράση του σε ποντικούς. Θεωρείται ότι έχει αντιοξειδωτικές και αντικαρκινικές ιδιότητες.

Το Άγιο Μύρο

Το Άγιο Μύρο είναι ένα μείγμα λαδιού και 57 διαφορετικών φαρμακευτικών φυτών και αρωματικών ουσιών, το οποίο παρασκευάζεται κατ’ αρχαίο προνόμιο αποκλειστικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, κάθε δέκα περίπου χρόνια και κατόπιν αποστέλλεται σε όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, για να χρησιμοποιηθεί κατά το μυστήριο του χρίσματος (μετά τη βάπτιση). Ονομάζεται και «έλαιον ευχαριστίας», «έλαιον χρίσεως», «χρίσμα ευχαριστίας», «χρίσμα επουράνιον». Η παρασκευή (έψηση) του Αγίου Μύρου, τα συστατικά και οι αναλογίες τους δόθηκαν επίσης στο Μωυσή από το Θεό όπως αναφέρεται στην Έξοδο (Έξοδος λ΄ 22-25):

«Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· και συ λάβε ηδύσματα, το άνθος σμύρνης εκλεκτής πεντακοσίους σίκλους και κινναμώμου ευώδους το ήμισυ τούτου διακοσίους πεντήκοντα και καλάμου ευώδους διακοσίους πεντήκοντα και ίρεως πεντακοσίους σίκλους του αγίου και έλαιον εξ ελαιών ειν και ποιήσεις αυτό έλαιον χρίσμα άγιον, μύρον μυρεψικόν τέχνῃ μυρεψού˙ έλαιον χρίσμα άγιον έσται».

Τα συστατικά του Αγίου Μύρου αλλάζουν από εποχή σε εποχή αλλά η ονομασία του οφείλεται στο πρώτο από τα συστατικά που αναφέρονται, δηλαδή στο μύρο.

 

Newsletter εγγραφή

 

Ρούλα Γκόλιου

Σχολιάστε

Για να καταχωρήσετε το σχόλιο σας, συνδεθείτε με...



Αφήστε το σχόλιό σας !
Γράψτε το όνομά σας