Όταν μια απειλή καταφθάνει, έχουμε την τάση να επικεντρώνουμε την αρχική μας προσοχή πάνω της. Καθώς περιορίζουμε την προσοχή μας, η απειλή μεγεθύνεται και το αίσθημα της ανησυχίας μας αυξάνεται.

 

Η πανδημία του κορωνοϊού έχει ως εκ τούτου καταδείξει την ατομική και συλλογική μας ευαλωτότητα. Αυτή η αρχική αξιολόγηση δεν είναι προϊόν φαντασίας. Η ευαλωτότητά μας είναι γεγονός. Είναι αλήθεια. Αλλά δεν είναι όλη η αλήθεια. Από την άλλη πλευρά του πόσο ευάλωτοι είμαστε, βρίσκεται η αλήθεια του πόσο βαθιά είμαστε ψυχικά ανθεκτικοί.

Ακολουθεί μια γρήγορη αυτό-αξιολόγηση. Απαντήστε τις ακόλουθες ερωτήσεις ως Γενικά Αληθείς (GT) ή Γενικά Ψευδείς (GF):

  • Είμαι σε θέση να προσαρμοστώ όταν συμβαίνουν αλλαγές;
  • Μπορώ να αντιμετωπίσω ότι προκύψει στο διάβα μου;
  • Προσπαθώ να δω την αστεία πλευρά των πραγμάτων όταν αντιμετωπίζω προβλήματα;
  • Το να πρέπει να αντιμετωπίσω το στρες μπορεί να με κάνει δυνατότερο;
  • Έχω την τάση να συνέρχομαι μετά από μια ασθένεια, έναν τραυματισμό ή άλλες δυσκολίες;
  • Πιστεύω ότι μπορώ να πετύχω τους στόχους μου, ακόμη και αν υπάρχουν εμπόδια;
  • Υπό πίεση, παραμένω συγκεντρωμένος και σκέφτομαι καθαρά;
  • Δεν αποθαρρύνομαι εύκολα από την αποτυχία;
  • Σκέφτομαι ότι είμαι ένα δυνατό άτομο, όταν ασχολούμαι με τις προκλήσεις και τις δυσκολίες της ζωής;
  • Είμαι σε θέση να χειριστώ δυσάρεστα ή οδυνηρά συναισθήματα, όπως η θλίψη, ο φόβος και ο θυμός;

Εάν απαντήσατε «GT» (Γενικά Αληθείς) στις περισσότερες ερωτήσεις (που προσαρμόστηκαν στην κλίμακα ανθεκτικότητας Connors-Davidson), μπορείτε να θεωρήσετε τον εαυτό σας ανθεκτικό άτομο.

Ως πεδίο έρευνας, η έννοια της ψυχικής ανθεκτικότητας δεν είναι καινούργια. Όπως και για άλλες μεγάλες έννοιες στην ψυχολογία (σαν τη νοημοσύνη ή την προσωπικότητα), ένας ακριβής καθολικά αποδεκτός ορισμός είναι δύσκολο να βρεθεί. Ωστόσο σε γενικό πλαίσιο, η ανθεκτικότητα αναφέρεται στην ικανότητα του ατόμου να αντιμετωπίζει αντιξοότητες χωρίς να υποστεί εξουθενωτικές συνέπειες.

Για παράδειγμα, τα παιδιά που δυσκολεύονται να επιδείξουν ανθεκτικότητα είναι εκείνα που δεν έχουν αποκτήσει συγκεκριμένες κοινωνικές δεξιότητες (π.χ. εμπιστοσύνη στους άλλους) ή δεν έχουν επιτύχει έργα ανάπτυξης (π.χ. σχολική επιτυχία).

Οι πρωτοπόροι ερευνητές Ann Masten και Norman Garmezy επικέντρωσαν τη μελέτη τους σε τρία φαινόμενα πο συνδέονται με την ανθεκτικότητα: στα καλά αποτελέσματα σε παιδιά υψηλού κινδύνου, στη συνεχή επάρκεια σε παιδιά υπό άγχος και στην ανάκαμψη από το τραύμα. Οι ίδιοι προσδιόρισαν την ψυχολογική ανθεκτικότητα ως «τη διαδικασία, την ικανότητα ή το αποτέλεσμα της επιτυχούς προσαρμογής, παρά τις προκλητικές ή απειλητικές περιστάσεις».

Image from PixabayΑπό τη δεκαετία του 1990, η έρευνα για την ανθεκτικότητα, με δείγμα τόσο παιδιά όσο και ενήλικες, έδειξε αρκετά πειστικά ότι η ανθεκτικότητα είναι προεπιλεγμένη λειτουργία μας. Για παράδειγμα, η Λίζα Μπάτλερ από το Πανεπιστημίου του Στάνφορντ και οι συνεργάτες της, σε μια μελέτη στο πλαίσιο της οποίας παρακολούθησε περισσότερα από 1.200 άτομα για 6 μήνες στον απόηχο των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου, διαπίστωσε ότι «τα περισσότερα άτομα που εκτίθενται – ακόμη και άμεσα – στην τρομοκρατία ή άλλα μεγάλης κλίμακας συλλογικά τραύματα δεν έχουν τραυματιστεί σοβαρά, αντίθετα επιδεικνύουν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα».

Μια άλλη γνωστή μελέτη που διεξήχθη μετά την 11η Σεπτεμβρίου εξέτασε την επικράτηση της ανθεκτικότητας (που ορίζεται από την ύπαρξη ενός ή καθόλου συμπτωμάτων PTSD- μετατραυμετικού στρες) σε ένα δείγμα περισσοτέρων από 2.500 Νεοϋρκέζων κατά τη διάρκεια των έξι μηνών μετά την επίθεση. Η ανθεκτικότητα παρατηρήθηκε στο 65% του δείγματος.

Η Masten και ο Garmezy, στη δική τους εργασία με τα παιδιά, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η «ανθρώπινη ψυχολογική ανάπτυξη είναι εξαιρετικά ρυθμισμένη» – που σημαίνει ότι είναι προστατευμένη από την αποτυχία και είναι σχεδιασμένη για να επιτύχει. Είμαστε περισσότεροι ανθεκτικοί από όσο είμαστε ευάλωτοι.

Είναι δελεαστικό και σύνηθες, να σκεφτόμαστε την ανθεκτικότητα ως μια βασική ιδιότητα των ατόμων – κάτι που έχουν όλοι περισσότερο ή λιγότερο. Και πραγματικά, αρκετά χαρακτηριστικά, όπως η νοημοσύνη, οι πέντε μεγάλοι παράγοντες (Big Five) της προσωπικότητας, η υψηλή αποτελεσματικότητα, o εσωτερικός έλεγχος και η ψυχολογική ευελιξία έχουν αναγνωριστεί ως προγνωστικοί παράγοντες της ανθεκτικότητας.

Για παράδειγμα, η Masten και ο Garmezy διαπίστωσαν ότι τα παιδιά τα καταφέρνουν καλύτερα σε δυσμενείς συνθήκες εάν είναι «καλά στην εκμάθηση νέων πραγμάτων και στην επίλυση προβλημάτων… δένονται με τους άλλους ανθρώπους και… έχουν αναλάβει τομείς επάρκειας και αποτελεσματικότητας που τυγχάνουν της εκτίμησης των ιδίων ή της κοινωνίας». Τα ατομικά χαρακτηριστικά έχουν σημασία.

Ωστόσο, η τρέχουσα έρευνα δείχνει ότι η ανθεκτικότητα δεν είναι τόσο χαρακτηριστικό, όσο μια δυναμική, αμοιβαία διαδικασία, που ανταποκρίνεται στις περιστάσεις και τις συνθήκες περιβάλλοντος. Όπως σημειώνουν οι Αυστραλοί ερευνητές Gemma Aburn, Merryn Gott και Karen Hoare:

«Κάποιος θα μπορούσε να επιδείξει μεγάλη προσωπική δύναμη, κουράγιο και προσαρμοστικότητα σε μια συγκεκριμένη συνθήκη ή τομέα της ζωής τους -για παράδειγμα την εργασία – αλλά μπορεί να αγωνίζεται και να έχει μεγάλα εμπόδια να αντιμετωπίσει στην προσωπική ζωή του».

Με τον ορισμό αυτό «ένα άτομο μπορεί να είναι ανθεκτικό τη μία ημέρα, αλλά όχι την επόμενη» ανάλογα με τις συγκεκριμένες συνθήκες στις οποίες τα άτομα μπορούν να εμπλακούν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές της ζωής τους.

Στην πραγματικότητα, η έρευνα δείχνει ότι τα περιβαλλοντικά και τα συγκυριακά χαρακτηριστικά προβλέπουν καλύτερα την ανθεκτικότητα από τα ατομικά χαρακτηριστικά.

Για παράδειγμα, οι Arnold Sameroff και Katherine Rosenblum, δύο κορυφαίοι μελετητές σχετικά με την ανθεκτικότητα, διαπίστωσαν ότι: «όταν συγκρίθηκε η σχετική συμβολή της πρώιμης ανθεκτικότητας και των περιβαλλοντικών προκλήσεων με την κατοπινή ψυχική υγεία και ακαδημαϊκή επίδοση των παιδιών, σε μια συνεχή μελέτη από τη γέννηση έως την εφηβεία τους, παράγοντες της παιδικής ανθεκτικότητας, όπως η ρύθμιση της συμπεριφοράς και των συναισθημάτων που χαρακτηρίζουν την καλή ψυχική υγεία, και η γνωστική αυτορρύθμιση της υψηλής νοημοσύνης, συνέβαλε στην μεταγενέστερη αποτελεσματικότητα τους».

Ωστόσο, οι συγγραφείς σημειώνουν ότι:

«Οι επιπτώσεις μιας τέτοιας ατομικής ανθεκτικότητας δεν ξεπερνούν τις επιπτώσεις των μεγάλων περιβαλλοντικών προκλήσεων, όπως είναι η φτωχή γονεϊκή μέριμνα, οι αντικοινωνικοί συνομήλικοι, οι κοινότητες με χαμηλούς πόρους και οι οικονομικές δυσκολίες».

Ένας τέτοιος παράγοντας που διαπιστώθηκε ότι έχει μεγάλη σημασία για την ανθεκτικότητα είναι οι κοινωνικές σχέσεις, τόσο οι παρελθοντικές όσο οι σημερινές. Για παράδειγμα, η ασφαλής προσκόλληση που σημειώνεται στα πρώτα χρόνια έχει συνδεθεί εδώ και καιρό στη βιβλιογραφία με υψηλότερη ανθεκτικότητα, μερικώς επειδή αναπτύσσει αυξημένες πρακτικές αυτο-αποτελεσματικότητας του ατόμου και αυτοφροντίδας.

Η Masten και ο Garmezy ανακάλυψαν ότι «τα παιδιά που βιώνουν χρόνιες αντιξοότητες τις αντιμετωπίζουν καλύτερα ή ανακάμπτουν από αυτές με μεγαλύτερη επιτυχία, όταν έχουν μια θετική σχέση με έναν ικανό ενήλικα».

Ενώ οι παιδικές σχέσεις παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανθεκτικότητα, η σημερινή κοινωνική στήριξη είναι ίσως ακόμη πιο σημαντική. Η έρευνα άλλωστε έχει δείξει ότι τόσο το μέγεθος όσο και η ποιότητα του δικτύου κοινωνικής στήριξης συνδέονται με την ανθεκτικότητα. Η κοινωνική στήριξη βοηθά στην ανθεκτικότητα μέσω πολλαπλών ψυχολογικών και συμπεριφορικών μηχανισμών.

Για παράδειγμα, μπορεί να παρακινήσει τους ανθρώπους να υιοθετήσουν υγιείς συμπεριφορές, να τους βοηθήσει να εκτιμήσουν τα αγχωτικά γεγονότα ως λιγότερο απειλητικά και να βελτιώσει την αυτοεκτίμησή τους.

Με βάση τη βιβλιογραφία, ίσως ο καλύτερος τρόπος για να κατανοήσουμε την ανθεκτικότητα είναι σαν μια «αμφίδρομη σχέση μεταξύ ανθεκτικότητας σε επίπεδο συστημάτων … και ατομικής αντοχής».

Με άλλα λόγια, είναι πιθανότερο κάποιος να επιλέξει αποτελεσματικές στρατηγικές (όπως η ενεργός αντιμετώπιση – μια προσηλωμένη στο στόχο και μη αποφευχθείσα προσπάθεια για τον μετριασμό της αρνητικής επίδρασης του τραύματος), εάν το αναπτυξιακό περιβάλλον του επέτρεπε τη σωστή ανάπτυξη των χαρακτηριστικών της ανθεκτικότητας (όπως η αποτελεσματικότητα) και αν το τρέχον περιβάλλον υποστηρίζει και ενθαρρύνει αυτή την αντιμετώπιση.

 

Το μήνυμα που πρέπει να περάσει στους ανθρώπους από αυτή την περίληψη είναι διττό:

Πρώτον, η δική σας ανθεκτικότητα απέναντι στις αντιξοότητες δεν εξαρτάται πλήρως από εσάς. Μεγάλο μέρος της επιτυχίας ή της αποτυχίας σας θα εξαρτηθεί από τη γενικότερη εικόνα -κατά πόσον οι ιδιαίτερες απαιτήσεις της συγκεκριμένης απειλής ταιριάζουν με τις δεξιότητες σας, τις εμπειρίες και τις τάσεις σας.
Επιπλέον, οι παρελθούσες και παρούσες εξωτερικές συνθήκες (οι οποίες αμφότερες είναι εκτός του ελέγχου μας) επηρεάζουν σημαντικά την ικανότητά μας να «έχουμε» ανθεκτικότητα – να αναπτύξουμε αποτελεσματικές ικανότητες αντιμετώπισης.
Δεύτερον, ορισμένες πτυχές της ανθεκτικότητας σας εξαρτώνται πράγματι από εσάς. Οι αποφάσεις που παίρνετε κατά τη διάρκεια των αγχωτικών ημερών έχουν σημασία. Μεταξύ των πιο χρήσιμων είναι οι εξής:
  • Αντί να απομονώσετε – να θρέψετε και να επενδύσετε στην κοινωνική σας σχέση (προσωπική, οικογενειακή, κοινωνική). Να είστε χρήσιμοι στους άλλους.
  • Αντί να αυτό-μαστιγώνεστε επιλέξτε την αυτοφροντίδα. Κάντε σκοπό σας να ενσωματώνετε στη ρουτίνα σας τις δραστηριότητες εκείνες που σας δίνουν νόημα, χαρά, ειρήνη και παρηγοριά.
  • Αντί να είστε άκαμπτοι – επιλέξτε να είστε ευέλικτοι. Λυγίστε τόσο ώστε να μην σπάσετε. Αποδεχτείτε τα συναισθήματά σας και συμβουλευτείτε τις αξίες και τους στόχους σας στη διάρκεια λήψης των αποφάσεων σας. Προσπαθήστε να προσαρμοστείτε και να βρείτε ευκαιρίες μέσα στη κρίση. Αξιολογήστε την κατάστασή σας σωστά με ευρεία προοπτική. Μην κολλάτε στην πρώτη σκέψη που έρχεται στο νου σας. Ελέγξτε τα γεγονότα και πείτε στον εαυτό σας την αλήθεια.
  • Αντί να αποφεύγετε ή να ανησυχείτε αναλάβετε δράση για την επίλυση των προβλημάτων σας. Εστιάστε σε εκείνες τις πτυχές της κατάστασής σας που βρίσκονται υπό τον έλεγχό σας. Δεχτείτε και αντιμετωπίστε τις προκλήσεις που βάζει ο κόσμος στο διάβα σας. Αντί να αντιδράσετε με βάση τη συνήθεια, ανταποκριθείτε με συνειδητή επιλογή.

Ο Noam Shpancer Ph.D. είναι καθηγητής ψυχολογίας στο κολέγιο Otterbein και κλινικός ψυχολόγος στο Κολόμπους, την πρωτεύουσα της πολιτείας του Οχάιο.

Πηγή: psychologytoday.com

 

Newsletter εγγραφή

 

Όμορφη Ζωή Άρθρα

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

Σχολιάστε

Για να καταχωρήσετε το σχόλιο σας, συνδεθείτε με...



Αφήστε το σχόλιό σας !
Γράψτε το όνομά σας