Του Στέλιου Χαλκίτη

Ένα φοβερό και συνάμα εξιλεωτικό ερώτημα συνώνυμο της γελοιογραφίας του τραγικού, της αμφιβολίας και της καθολικής οδύνης κατατρύχει τον άνθρωπο: «Υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο;» Ωστόσο, διαλεκτικά αφελείς, αποφεύγουμε να απαντήσουμε «αν υπάρχει ζωή πριν απ’ τον θάνατο». Νεύουμε a priori καταφατικά. Πάντως, είναι ασύγγνωστη εθελοτυφλία να ισχυριζόμαστε πως ζούμε, υποδυόμαστε τη ζωή μας και διαβιούμε εκφυλισμένα και υποτελειακά τείνοντας προς την ευκολία, εξοφλώντας γραμμάτια που υπέγραψαν οι άλλοι. Και άλλοι είναι όχι μόνο τα υποκείμενα των συλλογικοτήτων αλλά και οι άλλοι  μέσα μας που παράφωνα διεκδικούν αλλότρια, και γίναμε τόσο πολλοί.

Δεν είμαστε άρτιες και ολοκληρωμένες ατομικότητες, εν τούτοις δυνάμεθα να γίνουμε εφόσον κατανοήσουμε τον θάνατο.

Η βιολογική διαπόρευση του ανθρώπου είναι μια εναλλαγή νοηματοδοτήσεων κορυφής, μεσότητας και βάσης. Ωστόσο, όσο υψηλή και αν χαρακτηριστεί μια νοηματοδότηση, αν δεν αφορμάται από τη διαλεκτική της ζωής και δεν εσωκλείει τη σκέψη του θανάτου, ακυρώνει το υποστασιακό όφελος που θα μπορούσε να προκύψει. Η κενότητα μιας φλύαρης ζωής χωρίς ίχνος απορίας, χωρίς επίγνωση της θνητότητας, μας υποχρεώνει σε αναζήτηση μιας ζωής μετά θάνατον. Ωστόσο, θέλει επίγνωση η απόφαση για μεταμόρφωση.

Η στοχαστική αυτενέργεια κομίζει νόημα στην ύπαρξη και η σχέση με τον θάνατο ρυθμίζει τις σχέσεις με τους άλλους, και οι σχέσεις με τους άλλους ρυθμίζουν άμεσα ή έμμεσα την πορεία προς τον θάνατο και ακόμη αυτόν τον ίδιο τον θάνατο για τον οποίο έχουν γραφτεί τα πιο αντιφατικά πράγματα, ότι είναι ένας ύπνος ευχάριστος, ηδύς και δίχως όνειρα. Λησμόνησαν πως πρέπει να ξυπνήσεις για να αισθανθείς την ανακούφιση του ύπνου. Άλλοι πάλι είπαν πως δεν μας αφορά, όταν ζούμε δεν υπάρχει ο θάνατος, και όταν έρθει, εμείς δεν θα είμαστε εκεί. Αυτοί οι πολλαπλοί μετατονισμοί και οι σκεδασμοί της συνείδησης επιτείνουν την καταγωγική σύγχυση ταυτότητας -πέραν του ότι η ταυτότητα δεν είναι έκφραση εαυτότητας- μας αποπροσανατολίζουν και μας κρατούν δέσμιους ενός κόσμου παλαιού.

Λένε πως ο θάνατος είναι ο σκοπός της ζωής· λίγα πράγματα αισθάνομαι πως αφίστανται τόσο της πραγματικότητας. Είναι αδύνατος ο τελεολογικός της προσανατολισμός. Δεν μπορούμε φυσικώ τω τρόπω, να βρούμε τον σκοπό της ζωής γιατί δεν θέσαμε εμείς τον σκοπό ή ακόμα τα γεγονότα του σκοπού να μην βρίσκονται στη δική μας πραγματικότητα. Ακόμα και η πλέον αξιόπιστη πληροφορία θα κυμαίνεται στα αμφίβολα όρια της πίστης, πρόθυμη να ολισθήσει στην της πίστης εγγενή αμφιβολία, διότι δεν υπάρχει διαδικασία εμπειρικής επαλήθευσης. Δυνάμεθα όμως να παράγουμε νόημα, να νοηματοδοτήσουμε τη ζωή στοχοπροσηλώνοντας τις εκούσιες επιδιώξεις μας με προϊούσα κλιμάκωση σε ιδεωδέστερες νοηματοδοτήσεις που απαρεγκλίτως υπηρετούν τον σκοπό τους, παρόλο που οι επιτεύξεις κυοφορούν την αδυσώπητη μελαγχολία της εκπλήρωσης, αφήνοντας μια πικρή επίγευση.

 

Και ερωτηματικά σκέφτομαι, αν ο σκοπός ήταν ορατός, θα μπορούσαμε να αντέξουμε στη θέασή του; Καταφάσκω στην άρνηση, αν γνώριζα τον σκοπό, οπωσδήποτε θα μου στερούσε την «ελευθερία», καθιστώντας με πρωτύτερα ανεύθυνο, αποσυνδέοντάς με από τις συνέπειες. Ο σκοπός προϋποθέτει όρια, ασφαλή προσανατολισμό· η πορεία δεν θα είχε τη δική μου χάραξη και μέσα στον δεσμευτικό της χαρακτήρα ενδογενώς κομίζει τη μη ευθύνη. Δεν θέλω να χάσω την ευθύνη μου, ούτε τη δυνατότητα να εκτείνω την ελευθερία. Η «ελευθερία» συμβαίνει όταν υψωθεί σε εσωτερική νομοθεσία η συναίσθηση της θνητότητας· πριν, επιβιώνεις παραπαίοντας μεταξύ μιας αυτοθέλητης ειλωτείας και μιας ανυπόληπτης ελευθερίας. Έχουμε έναν εκτελεστή και έναν κατάδικο· μπορούσε να ήταν ο εκτελεστής κατάδικος και να εκτελεστεί απ’ τον κατάδικο. Ωστόσο, κανένας από τους δύο δεν μπορεί να ματαιώσει τον θάνατο του άλλου. Φυσικά, αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει παρά μόνο αν υπήρχε δυνατότητα να πεθάνει κάποιος δύο φορές, διότι ερήμην μας στην προϋπόθεση για να ζήσουμε, να δεχτούμε να πεθάνουμε. Παρ’ όλα αυτά, ίσως, ίσως κάποιοι θα θέλαμε να είχαμε την ελευθερία με κάποιον τρόπο να το κάνουμε. Συνεπώς δεν θα είμαστε ποτέ απόλυτα ελεύθεροι.

Κάθε νέα ύπαρξη είναι περισσότερο υπόδουλη από την προηγούμενη, είμαστε δέσμιοι εκατομμυρίων ετών μνήμης και εμπειρίας και ίσως ναι, η έδρα αυτής της μνήμης να μην βρίσκεται μέσα στον εγκέφαλο αλλά έξω, κάπου αλλού. Κρατείστε αυτό, θα μας χρειαστεί πιο κάτω.

Ο θάνατος λοιπόν δεν είναι σκοπός, είναι η προϋπόθεση της ζωής, αναπόσπαστο στοιχείο της ύπαρξης που οφείλουμε, ορθοφρονώντας, να λαμβάνουμε διαρκώς υπόψη τη σύμμεικτη ελλοχευτική παρουσία του. Σε τίποτα δεν ωφελεί να αρνούμαστε εμμονικά τον θάνατο τροφοδοτώντας την υψηλή αγερωχία του. Δεν αποδέχεται ο άνθρωπος τον δικό του θάνατο. Απωθεί αυτή τη βεβαιότητα στα τρίσβαθά του και το μόνο που κάνει είναι να αμφισβητεί την κρυμμένη βεβαιότητα, επιδιώκοντας να την μετατρέψει σε απίθανη ενδεχομενικότητα. Σε αυτήν την ασυνείδητη επιδίωξη αναλώνεται η επιβίωσή του, προσπαθεί παντοιοτρόπως να ξεχωρίσει μέσω της δόξας, του πλούτου, της μετάβασης από το άδειο στο κενό. Είναι πεπεισμένος πως αν ξεχωρίσει από το πλήθος, δεν θα είναι συμμέτοχος στην κοινή μοίρα.

Ο αποπνιχτικός φόβος του θανάτου συμπλέκεται ρητά με έναν άλλο, εξίσου ασφυκτικό, καθηλωτικό και επιτηδευμένο, τον φόβο του Θεού, τη δεύτερη εκδοχή της ίδιας όψης του νομίσματος. Ο πρώτος μας απομακρύνει από τη ζωή, στρέφοντάς μας στη λήθη μέσω αφελών επιδιώξεων, κάτι σαν τις μικρές νίκες πριν τη μεγάλη και απέλπιδα μάχη και ο άλλος μας αποστερεί τη δυνατότητα, όντας ζώντες, να διαπεράσουμε τον θάνατο· αυτό το ελέγχει, το έχει αναλάβει ο Θεός αυτοπροσώπως.

Η παραμορφωτική στρέβλωση της οπτικής του «γίγνεσθαι» οφείλεται σε μια οντική παραπραξία που αγωνιά να παρατείνει το όριο της επιβίωσης, αποκλείοντας τη ζωή από τον άνθρωπο. Σχεδόν σύνολη η προσοχή της επιστήμης έχει επικεντρωθεί στην ανεύρεση τρόπων να παραταθεί το μεθόριο όριο της ζωής, αγνοώντας την ολίγιστη αξία αυτής της επιδίωξης, ειδικά όταν η ζωή είναι αμέτοχη στην προσωπική μας ιστορία. Η ιστορία του καθενός στην προσπάθειά του να μην διασταυρωθεί με τον θάνατο, δεν τέμνεται με τη ζωή. Φαίνεται μια οντική αντινομία να αντιστρατεύεται την οντολογική στρουκτούρα. Δηλώσαμε υποτελείς στους φόβους και δεν ζήσαμε ποτέ. Οι θεονομικές προσταγές, οι επαγγελίες του εκείθεν και του επέκεινα, κατέστησαν εντεύθεν τη ζωή αμφισήμαντη, ευτελίζοντας δυο υπέρτατα, και ίσως τα μόνα που δικαιούνται να ονομάζονται ατομικά, γεγονότα τη γέννηση και τον θάνατο, καθιστώντας τον άνθρωπο ακατάτακτο, ούτε ζωντανό, ούτε νεκρό, παρά μόνο ριγμένο σε μια ερεβώδη υπαρξιακή αυτοεγκατάλειψη. Έτσι οικοδομήθηκε η φυλακή και ο καθένας μέσα από τη φυλακή του βλέπει τους άλλους πίσω από τα κάγκελα.

Όλα εξαρτώνται σαν κρίκοι μιας αλυσίδας από την ουσιοποίηση ενός παρόντος διαρκώς υπ’ ατμόν προς ένα μέλλον αδιαλείπτως ελευσόμενο και περιελιγμένο στο παρόν, έτσι μπορούμε να αντιδιαστείλουμε και να καταλάβουμε την κατάληξη της ανθρώπινης μοίρας με τη μοίρα του ατομικού ανθρώπου που δύναται να διαπεράσει τον πόνο και τον θάνατο, μέσα από τον έρωτα, όχι με τη μορφή και έννοια ευτελών και επισφαλών παρωθήσεων του αισθησιακού και εξιδανικευτικού στοιχείου, αλλά μέσω μιας άρρηκτης δέσμευσης στην ισότητα και μιας ιδανικής και πολυδιάστατης κατανόησης, όπου εκτεινόμενη προς την ερωτική συνομιλία, και δη στην κορύφωσή της, απογυμνώνει εξυψωτικά τις υποστάσεις, διαλύοντας και μετουσιώνοντας το «εγώ» και το «εσύ» σε «εμείς», αναπνέοντας μέσα σε λίγες εξαγνισμένες στιγμές όλη τη ζωή, αποστερώντας έτσι από τον θάνατο το ανέντιμο και άδικο θράσος  του να διαμορφώσει και να καταστήσει υποχείριό του την προσωπική μας ιστορία.

Υπερφαλαγγίζοντας τις ατελέσφορες επαγγελίες και τις μεταθανάτιες εξοχές των θρησκειών, ας επιχειρήσουμε την επαφή με έναν αναβαθμό της σκέψης, προσεγγίζοντας τον θάνατο από μια άλλη έποψη, προθύμως απρόθυμη στην ευκολία, μέσω του στοχασμού και της δράσης, που προσηλώνει τη συνείδηση στο πεπερασμένο της φυσικής παρουσίας και δημιουργεί συναίσθηση «προορισμού».

Στη Φιλοσοφική Ακαδημία στο αμφιθέατρο του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. Στιγμιότυπο από το διάλογο μεταξύ του εισηγητή και του κοινού.

(Συνεχίζεται)

ζωή, θάνατος, φόβος, Χαλκίτης, γέννηση

Στέλιος Χαλκίτης

Ο Στέλιος Χαλκίτης είναι συγγραφέας. Γεννήθηκε στην Κάλυμνο όπου ζει, εργάζεται και συγγράφει. Κατά τη διάρκεια των εγκύκλιων σπουδών του, αλλά και αργότερα, σε μια προσπάθεια να βρει απαντήσεις στις υπαρξιακές του ανησυχίες, ταξίδεψε σε Ινδίες, Θιβέτ, Ιμαλάια, Άγ. Όρος κλπ.
Επί σειρά ετών αρθρογραφούσε σε ελληνικές εφημερίδες για πολιτικά, φιλοσοφικά και κοινωνικά θέματα, υποστηρίζοντας με θέρμη τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ισότητα των γυναικών και την ισότητα εν γένει, όπως και την ανάγκη αναθεώρησης πάσης φύσεως βεβαιοτήτων. Συχνά προσκαλείται σε πνευματικά ιδρύματα, φιλοσοφικά συμπόσια ή άλλες εκδηλώσεις όπου δίνει διαλέξεις φιλοσοφικού ή ψυχολογικού χαρακτήρα που τυγχάνουν μεγάλης αποδοχής από το ευρύ κοινό και μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας.
Δείτε τα πλήρη στοιχεία του Στέλιου Χαλκίτη
Στέλιος Χαλκίτης

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

2 Σχόλια

Σχολιάστε

Για να καταχωρήσετε το σχόλιο σας, συνδεθείτε με...



Αφήστε το σχόλιό σας !
Γράψτε το όνομά σας