Το λέει ήδη μια ισπανική παροιμία: όποιος καταπίνει πολλά στο τέλος πνίγεται… Ας δούμε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα.

Αν μου πει κάποιος: «Είσαι απαίσια ντυμένη», εγώ μπορώ να αντιδράσω με πολλούς τρόπους.

Απαντώντας: «Απαίσιος είσαι εσύ».

Καταπίνοντας τα συναισθήματά μου, νιώθοντας πικρία και θλίψη και μην μπορώντας να σκεφτώ οτιδήποτε άλλο. «Γιατί μου το είπε αυτό; Δεν είμαι τόσο χάλια… Τι έχει εναντίον μου; Θα μπορούσα να έχω ντυθεί διαφορετικά;»

Μπλοκάροντας ό,τι συνέβη, χωρίς να το σκέφτομαι. Αγνοώντας το.

Απαντώντας κάτι του στιλ: «Εμένα μου αρέσει, πάντα το γούστο μου ήταν ιδιαίτερο και ξεχωριστό».

Κάθε απάντηση έχει διαφορετική επίδραση στο σώμα, σε κάθε κύτταρο και φυσικά στο μυαλό. Στην πρώτη περίπτωση –όταν απαντώ αυθόρμητα, άμεσα και κάπως επιθετικά–, μπορεί να μην επηρεαστεί ο οργανισμός μου, αλλά τελικά θα χάσω φίλους και θα διαλύσω ή θα δυσκολέψω πολλές προσωπικές σχέσεις. Η δεύτερη και η τρίτη απάντηση θα με αρρωστήσουν. Φιμώνω και μπλοκάρω τα αρνητικά συναισθήματα, και αυτό έχει επιπτώσεις στη σωματική και ψυχολογική μου υγεία. Ο Φρόιντ το εξηγούσε ως εξής: «Τα καταπιεσμένα συναισθήματα δεν πεθαίνουν ποτέ. Είναι κλεισμένα μέσα μας ζωντανά και θα βγουν στο φως με τον χειρότερο τρόπο». Η τελευταία απάντηση είναι η πιο υγιής. Δεν μπορούμε πάντα να αντιδρούμε και να απαντάμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Μερικές φορές, η προσωπικότητά μας ή οι συνθήκες μάς κάνουν να αντιδρούμε με αναπάντεχο ή ακατάλληλο τρόπο, και το αντιλαμβανόμαστε μονάχα αφού περάσει καιρός.

Ζούμε σε μια κοινωνία που μας παρακινεί να μπλοκάρουμε και να ακυρώνουμε τα συναισθήματα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το να νιώθουμε ή να συγκινούμαστε είναι ένδειξη αδυναμίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, θεωρείται ακατάλληλο ή λάθος να εκφράζουμε αυτό που αισθανόμαστε, ειδικά αν πρόκειται για κάτι συναισθηματικό.

Εμείς που ασχολούμαστε με τον κόσμο του μυαλού και των συναισθημάτων γνωρίζουμε ότι το να καταπνίγει κάποιος ένα συναίσθημα ισοδυναμεί με το να μην το δέχεται. Μένουν τελικά κλεισμένα στο υποσυνείδητο. Το λογικό είναι να εμφανιστούν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο κάποια στιγμή στη ζωή μας, διαταράσσοντας σημαντικά την ισορροπία μας. Ένα ξεκάθαρο παράδειγμα είναι οι καταθλίψεις που προκύπτουν στη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή της λοχείας, στιγμές μεγάλης ευαισθησίας της γυναίκας.

Αν κάποιος καταπιέζει αυτό που νιώθει από φόβο για το τι θα σκεφτούν οι άλλοι, από φόβο μήπως γελοιοποιηθεί ή επειδή δεν μπορεί να το εκφράσει, τελικά κάνει κακό στον εαυτό του. Τα συναισθήματα συσσωρεύονται και μας βλάπτουν. Είναι σαν σκιές που κατακλύζουν το σώμα και το μυαλό μας.

Μάθε να εκφράζεις τα συναισθήματά σου

Όταν κάποιος δεν είναι σε θέση να το κάνει, μερικές φορές περιμένει να αντιληφθεί ο άλλος τη ζημιά. Η πραγματικότητα είναι πως, στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτοί που κρίνουν, κριτικάρουν ή πληγώνουν δεν το κάνουν από κακία. Υπάρχουν άνθρωποι που απολαμβάνουν να προσβάλλουν τους άλλους, ωστόσο είναι οι λιγότεροι. Σε αυτές τις περιπτώσεις μιλάμε, για παράδειγμα, για ανθρώπους με σοβαρές διαταραχές προσωπικότητας. Όποιος πάσχει από μια αντικοινωνική διαταραχή, ο κοινώς λεγόμενος ψυχοπαθής, απολαμβάνει να κάνει κακό στους άλλους και το πραγματοποιεί με σκοπό να πληγώσει.

Από την άλλη, υπάρχουν άνθρωποι με υψηλή ευαισθησία απέναντι στα σχόλια και τις πράξεις των άλλων. Είναι πολύ ευαίσθητοι ψυχολογικά και πρέπει να τους αντιμετωπίζεις με προσοχή, γιατί προσβάλλονται με το παραμικρό.

Η περίπτωση της Μπεατρίς και του Λουίς

Η Μπεατρίς και ο Λουίς είναι έξι χρόνια παντρεμένοι. Έχουν τρία μικρά παιδιά, το μεγαλύτερο έξι ετών και τα δίδυμα ενός. Ο Λουίς είναι ένας αρχιτέκτονας που επί πολλά χρόνια δούλευε σκληρά και ταξίδευε πολύ, αλλά μετά την οικονομική κρίση είχε σημαντικά προβλήματα. Άλλαξε δουλειά και τώρα αναλαμβάνει και πρότζεκτ ως freelancer για να βελτιώσει τον μισθό του. Ο Λουίς είναι ευθύς, παρορμητικός, γρήγορος και αποτελεσματικός, τελειομανής: κολλάει στις λεπτομέρειες και του αρέσει να είναι όλα σωστά. Βλέπει τα πράγματα καθαρά και εκφράζει ανά πάσα στιγμή αυτό που νιώθει. Η Μπεατρίς είναι διακοσμήτρια – γνωρίστηκαν στην ανακαίνιση ενός κτιρίου πολιτισμικού ενδιαφέροντος στη Βόρεια Ισπανία, σύντομα έκαναν σχέση και τελικά παντρεύτηκαν. Εκείνη προέρχεται από μια οικογένεια όπου είναι η μεγαλύτερη από τέσσερις αδερφές. Έχει μια πολύ στενή σχέση με τις αδερφές και τη μητέρα της.  Ήταν πάντα πολύ ευαίσθητη. Ο πατέρας της ήταν άρρωστος πολλά χρόνια λόγω ενός προβλήματος στους νεφρούς και εκείνη βοηθούσε πάντα τη μητέρα της σε όλα. Συνήθως «καταπίνει» οτιδήποτε αρνητικό συμβαίνει, ώστε να μην ανησυχήσει κανέναν υπερβολικά.

Η Μπεατρίς έρχεται στο ιατρείο μου γιατί εδώ και κάποιους μήνες είναι θλιμμένη, απαθής και έχει χάσει τις δυνάμεις της. Το συσχετίζει με τη γέννηση των διδύμων, αλλά ήδη έχει περάσει ένας χρόνος και δεν μπορεί ακόμα να συνέλθει. Δεν μπορεί να απολαύσει τίποτα και κάποιες στιγμές μέσα στην ημέρα, όταν ο Λουίς δουλεύει, κλείνεται στο δωμάτιό της και κλαίει. Προσπαθεί να παίζει θέατρο μπροστά στα παιδιά της.

Όταν γυρίζει ο άντρας της στο σπίτι, κουρασμένος και κάπως ευέξαπτος –είναι δύσκολο να βγάζεις τον επιούσιο–, βλέπει παιχνίδια στο πάτωμα, το σπίτι άνω-κάτω και τα παιδιά να κλαίνε και απαιτεί με φωνές να τακτοποιηθούν όλα γρήγορα, να φάνε γρήγορα τα παιδιά και να μην κάνουν θόρυβο, ώστε να καθίσει στο σαλόνι να δει τις ειδήσεις χωρίς να τον ενοχλεί τίποτα.

Η Μπεατρίς, αμίλητη, τακτοποιεί, καθαρίζει, ετοιμάζει το φαγητό και, αφού βάλει τα παιδιά για ύπνο, θέλει απλώς να κλάψει. Ο Λουίς δεν το καταλαβαίνει, είναι στον κόσμο του, στις δικές του ανησυχίες, και η Μπεατρίς δεν του λέει τίποτα. Τίποτα, γιατί δεν ξέρει να το πει, δεν ξέρει πώς να το εκφράσει.

Την ημέρα που έρχεται η Μπεατρίς στο ιατρείο, μου λέει ότι πριν από λίγες μέρες διαγνώστηκε με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου[1]. Της έκανα μια πλήρη συνέντευξη, όπου μου είπε την ιστορία της οικογένειάς της. Αναγνωρίζει ότι δεν έμαθε ποτέ να αντιπαρατίθεται στον άντρα της, ούτε σε άλλο πρόσωπο κοντά της, για να αποφύγει τις συγκρούσεις. Προτιμά τη φαινομενική αρμονία από το να λέει ότι κάτι δεν της φαίνεται σωστό. Τον τελευταίο καιρό, νιώθει ιλίγγους και ναυτία, πέρα από τα συμπτώματα του εντέρου. Ψυχολογικά παραδέχεται ότι δεν απολαμβάνει τίποτα, έχει προβλήματα μνήμης και δυσκολίες στη συγκέντρωση.

Όταν μιλάμε με τον σύζυγό της, ο Λουίς δεν αντιλαμβάνεται τι μπορεί να την οδήγησε σε αυτή την κατάσταση. Εξηγεί ότι η γυναίκα του είναι ένας άνθρωπος με μεγάλη καρδιά και δεν θυμώνει ποτέ. Αναγνωρίζει ότι εκείνος έχει εκρηκτικό χαρακτήρα, αλλά ότι η γυναίκα του «τον αντέχει». Εξηγώ, ξεχωριστά στον καθένα τους, με διαγράμματα, πώς λειτουργεί το μυαλό του, τα συναισθήματά του και η συμπεριφορά του απέναντι στα εξωτερικά ερεθίσματα. Για την Μπεατρίς, απέναντι στις φωνές και την ανυπομονησία του, και για εκείνον, απέναντι στην ανησυχία για τα επαγγελματικά και οικονομικά προβλήματα. Τους δείχνω το διάγραμμα της προσωπικότητας του άλλου για να καταλάβουν και τους δίνω πολύ συγκεκριμένες οδηγίες για να βελτιώσουν τη σχέση τους.

Έπειτα από λίγους μήνες θεραπείας, η Μπεατρίς είναι καλύτερα. Της δίνω ένα αντικαταθλιπτικό για να βελτιωθεί η διάθεσή της, πράγμα που τη βοηθά να ρυθμίσει τα σωματικά συμπτώματα. Στον Λουίς, έναν σταθεροποιητή διάθεσης, για να μπλοκάρει τον παρορμητισμό του. Μετά την ψυχοθεραπεία, η σχέση τους βελτιώνεται σημαντικά. Και οι δύο καταλαβαίνουν καλύτερα πώς λειτουργεί ο άλλος, όμως, πάνω απ’ όλα, μαθαίνουν να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους με πιο υγιή τρόπο.

Αν δεν εκφράσουμε αυτό που νιώθουμε, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ο άνθρωπος που έχουμε απέναντί μας να μην αντιληφθεί το κακό που μας κάνει. Οι γυναίκες, γενικά, είναι πιο ευαίσθητες από τους άντρες, και, επειδή τα σκέφτονται όλα πολύ, υποφέρουν περισσότερο, ενώ το χειρότερο είναι πως σε πολλές περιπτώσεις οι άντρες τους –λόγω έλλειψης χρόνου, προσοχής, ικανότητας ή όλων αυτών μαζί– δεν μπορούν να διαβάσουν τα ανεπαίσθητα εξωτερικά σημάδια με τα οποία εκείνες προσπαθούν να επικοινωνήσουν μαζί τους. Οι άντρες συνηθίζουν να είναι λιγότερο συναισθηματικοί και πιο πρακτικοί. Στη σημερινή κουλτούρα, η γυναίκα έχει μεγαλύτερη ικανότητα να αγαπά, να νιώθει και να εκφράζεται απ’ ό,τι ο άντρας. Φυσικά, όπως συμβαίνει με όλα τα πράγματα, υπάρχουν εξαιρέσεις στον κανόνα, αλλά αυτή είναι συνήθως η πιο κοινή δυναμική που συναντάω στο ιατρείο μου.

Δεν λέω πως είναι καλό να λέμε το πρώτο που μας περνάει από το μυαλό ή που νιώθουμε, αλλά ούτε είναι υγιές να απο-κλείου-με κάθε συζήτηση με όποιον συμβιώνουμε σχετικά με κάτι που μας κάνει κακό. Το σημαντικό είναι να υπάρξει μια ισορροπία ανάμεσα στις καταστάσεις στις οποίες είναι απαραίτητο να εκφραζόμαστε συναισθηματικά και σε εκείνες όπου είναι καλύτερο να σιωπούμε για να διαφυλάξουμε την εσωτερική μας γαλήνη και την εξωτερική μας αρμονία.

Τί συμβαίνει με τα καταπιεσμένα συναισθήματα;

Λέγαμε ότι επιστρέφουν από την πίσω πόρτα κάποια στιγμή με τη μορφή ασθενειών, σωματικών ή ψυχολογικών. Θεωρούμε «νευρωτικούς» τους ανθρώπους εκείνους που, καθώς δεν είναι σε θέση να διαχειριστούν με υγιή τρόπο τα συναισθήματά τους, μένουν κολλημένοι στο παρελθόν. Τους βασανίζουν γεγονότα, σκέψεις ή συναισθήματα που δεν ξεπέρασαν ή δεν κατάφεραν να χωνέψουν, κι αυτό αλλάζει τον χαρακτήρα τους σε κάτι αρρωστημένο και κουραστικό.

Είδαμε ήδη πώς τα θετικά συναισθήματα ευνοούν τη μακροζωία, προλαμβάνουν την εμφάνιση ασθενειών ή συμβάλλουν στη θεραπεία τους. Τα αρνητικά συναισθήματα, αντιθέτως, μπορούν να ευνοήσουν την εμφάνιση ασθενειών.

Η περίπτωση του Εμίλιο

Ο Εμίλιο έρχεται μια μέρα στο ιατρείο μου για να μάθει τη διάγνωση και τη θεραπευτική αγωγή της δεκατετράχρονης κόρης του, που κάνει εδώ και μήνες θεραπεία για το μπούλινγκ και ανέπτυξε προβλήματα στη διάθεση και τη συμπεριφορά της.

Αποφεύγει να έρχεται στις συνεδρίες με τη γυναίκα του, γιατί δεν θεωρεί απαραίτητη τη θεραπεία της κόρης του, και όλα όσα έχουν σχέση με την ψυχολογία τού φαίνονται παράλογα και άχρηστα. Με χαιρετά ψυχρά και κάθεται. Σε αυτές τις περιπτώσεις, προσπαθώ να ασχοληθώ με ασήμαντα θέματα μέχρι να αντιληφθώ ότι έχει δημιουργηθεί ένα φιλικό κλίμα. Αμέσως μετά, αρχίζω να του μιλάω για την κόρη του και για το πόσο τον αγαπά και τον θαυμάζει. Ξαφνικά, παρατηρώ ότι η φωνή του χαμηλώνει και αλλάζει θέμα.

«Συγκινήθηκες;» τον ρωτάω.
«Δεν μου αρέσει να συγκινούμαι, ούτε να νιώθω οτιδήποτε με ένταση. Είναι ένδειξη αδυναμίας, και οι συναισθηματικοί άνθρωποι δεν πάνε μακριά στη ζωή τους».
«Μεγάλο λάθος! Άλλο συναισθηματικός κι άλλο ευσυγκίνητος».

Έπειτα από εκείνη την ημέρα, ξεκινά μια πολύ ενδιαφέρουσα θεραπεία με τον Εμίλιο. Ασχολούμαστε με το παρελθόν του. Προέρχεται από μια μεικτή οικογένεια, ο πατέρας του είναι Αμερικανός και η μητέρα του Ισπανίδα. Η μητέρα του είναι ψυχρή, καθόλου συναισθηματική και δεν επέτρεψε ποτέ την έκφραση των συναισθημάτων στο πλαίσιο της οικογένειας. Στο σπίτι του ποτέ δεν αντιλήφθηκε κάποια τρυφερή χειρονομία ανάμεσα στους γονείς του, ένα χάδι, μια αγκαλιά ή ένα «σ’ αγαπώ».

Μικρός είχε έναν γείτονα με τον οποίο μιλούσε πολύ, όμως άλλαξε πόλη κι έτσι δεν κατάφερε να εμπιστευτεί πλήρως κανέναν άλλο. Παραδόξως, την ημέρα που μιλά για εκείνο τον γείτονα, τον οποίο έχει να δει πάνω από τριάντα χρόνια, συγκινείται και δακρύζει. Του εξηγώ πως το ιατρείο είναι ο ιδανικός χώρος για να κλάψει. Κανείς δεν τον κρίνει, κανείς δεν τον κατηγορεί. Τα δάκρυα είναι μια ισχυρή πηγή απελευθέρωσης από το άγχος.

Τι προκαλεί το κλάμα;

Ας μην ξεχνάμε ότι το μόνο είδος που κλαίει για συναισθηματικούς λόγους είναι ο άνθρωπος. Όταν κάποιος βλέπει τον άλλο να κλαίει, συχνά ενεργοποιούνται στον παρατηρητή συναισθήματα ή προ-κοινωνικές συμπεριφορές που τον κάνουν να νιώθει ενσυναίσθηση για τον άλλο. Κάποια στιγμή στην ιστορία, στην εξέλιξη του Homo Sapiens, τα δάκρυα μετατράπηκαν σε μια μορφή έκφρασης της συναισθηματικής κατάστασης του μυαλού.

Το σώμα παράγει περισσότερα από εκατό λίτρα δακρύων τον χρόνο κατά μέσο όρο. Οι άνθρωποι που δεν θυμούνται την τελευταία φορά που έκλαψαν υπάρχουν για να αντισταθμίσουν όλους τους άλλους που χύνουν λίτρα δακρύων.

Υπάρχουν τρία είδη δακρύων: τα βασικά –χρησιμεύουν για να διατηρείται η υγρασία του ματιού–, τα προστατευτικά –κυλούν μπροστά σε επιθέσεις, σκόνη, αέρια–, και τα συναισθηματικά.

Το συναισθηματικό κλάμα εκδηλώνεται όταν ο οργανισμός αντιλαμβάνεται μια έκτακτη ανάγκη –θλίψη, άγχος, κίνδυνο– και στέλνει τα δάκρυα στα μάτια ως αντίδραση. Κατά τον ίδιο τρόπο, παρατηρείται μια αύξηση του καρδιακού παλμού και κοκκίνισμα στα μάγουλα.

Τα οφέλη ενός γερού κλάματος

Το 2013, ξεκίνησε στην Ιαπωνία μια θεραπεία με το όνομα rui-katsu, που μεταφράζεται «αναζητώντας τα δάκρυα». Η Ιαπωνία είναι, για πολιτισμικούς και ιστορικούς λόγους, μια από τις χώρες του κόσμου με τη λιγότερη παιδεία σε συναισθηματικό επίπεδο. Στους Ιάπωνες δεν επιτρέπεται να εκφράζουν τα συναισθήματά τους κοινωνικά. Η τεχνική αυτή τούς βοηθά να απαλλαγούν από την ένταση, από καταπιεσμένα συναισθήματα, και να ξαναβρούν την ισορροπία τους.

Πρόκειται για μια ομαδική θεραπεία που βασίζεται στο κλάμα. Αποφεύγουν να το κάνουν μόνοι λόγω του ότι μοιάζει με την κατάθλιψη, όπου κάποιος κλείνεται στο σπίτι για να κλάψει και να ξεσπάσει. Το πρώτο rui-katsu διοργανώθηκε από έναν γέρο Ιάπωνα ψαρά, τον Χιρόκι Τεράι, το 2013.

Η διαδικασία είναι η ακόλουθη: Σε μια αίθουσα, με κοινό 20-30 ατόμων, προβάλλονται βίντεο, τρέιλερ ή ταινίες μικρού μήκους με υψηλό συναισθηματικό φορτίο μέχρι να ξεσπάσουν σε κλάματα οι θεατές. Η διάρκεια είναι περίπου 40 λεπτά. Το αποτέλεσμα είναι πως οι άνθρωποι βγαίνουν ανακουφισμένοι, ήσυχοι και με σαφή βελτίωση της ψυχικής τους κατάστασης.

Ο ερευνητής Γουίλιαμ Φρέι μελέτησε πριν από χρόνια τον βιοχημικό παράγοντα του έντονου κλάματος λόγω άγχους ή μεγάλης θλίψης. Συνάντησε υψηλά επίπεδα κορτιζόλης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο νιώθει κανείς πιο ελεύθερος έπειτα από ένα γερό κλάμα. Απαλύνει την ένταση και τις ανησυχίες απελευθερώνοντας μεγάλες ποσότητες κορτιζόλης

[1]  Το σύνδρομο του ευερέθιστου εντέρου χαρακτηρίζεται από κοιλιακό άλγος και αλλαγές στις συνήθειες του εντέρου. Δεν γνωρίζουμε ακριβώς τον μηχανισμό του, παρότι είναι γνωστό ότι παίζει σημαντικό ρόλο ο συναισθηματικο-ψυχολογικός παράγοντας. Το έντερο συνδέεται με τον εγκέφαλο με πολλούς τρόπους μέσω νευρολογικών και ορμονικών διαδικασιών. Μπροστά στο στρες, την ανησυχία ή τη θλίψη, οι υποδοχείς αυτοί γίνονται πιο ευαίσθητοι, επιδεινώνοντας τη συμπτωματολογία. Είναι πιο συχνό φαινόμενο στις γυναίκες. Διαγιγνώσκεται όταν ο άνθρωπος έχει συμπτώματα για τουλάχιστον τρεις ημέρες τον μήνα στη διάρκεια τριών μηνών ή περισσότερο. Έγκειται σε κοιλιακό άλγος, αίσθημα πρηξίματος και φουσκώματος, αέρια και αλλαγή στις συνήθειες του εντέρου – εναλλαγές διάρροιας και δυσκοιλιότητας.

Απόσπασμα από το βιβλίο: «Πώς θα αφήσεις το καλό να μπει στη ζωή σου», της δρ Marian Rojas Estapé, των εκδόσεων Πεδίο

 

Newsletter εγγραφή

Όμορφη Ζωή Άρθρα

Σχολιάστε

No apps configured. Please contact your administrator.

Αφήστε το σχόλιό σας !
Γράψτε το όνομά σας