Του Αργύρη Σ. Μάρδα

σε μια βραδινή καλοκαιρινή βόλτα, είδα την μια γυναίκα να κάθεται πάνω σε ένα βράχο. Φορούσε έναν μαύρο χιτώνα και έδειχνε κουρασμένη. Κοιτούσε τα πόδια της που πατούσαν τη Γη. Την πλησίασα να της μιλήσω, όχι γιατί είμαι καλός άνθρωπος, αλλά γιατι μου φάνηκε περίεργο το θέαμα. Στη καλύτερη θα είχα μια ακόμα ιστορία να λέω στους φίλους μου, ένα ακόμα στόρι να ανεβάσω στο ίσταγκραμ μου.

Την πλησίασα και την ρώτησα χαμηλόφωνα το όνομά της. Και έμεινα έκπληκτος με την απάντησή της. Ήταν η Αθηνα.

Αλλιώς σε φανταζόμουν, της είπα κοιτάζοντας το σκούρο πανωφόρι της. Τότε εκείνη σήκωσε τα μάτια της και συνάντησαν τα δικά μου. Μέσα τους σαν να έβλεπα όλη την αγάπη της, όλη την ιστορία της, όλη της την δύναμη.

Γιατί κάθεσαι εδώ μόνη; την ρώτησα.
Περιμένω, μου είπε ήρεμα. Περιμένω κάποιος να με δει.

Περίεργη απάντηση από μια Αθηνα, δεν νομίζετε; Μου κίνησε την περιέργεια να μάθω κι άλλα και έτσι την ρώτησα,

Εσύ να περιμένεις; Μια θεά; μια πόλη; της είπα και μόλις άρθρωνα τις λέξεις μου φάνηκαν ανούσιες.

Όσο δεν με βλέπουν, δεν υπάρχω, μου είπε και τα μάτια της ξαναπέσανε στη γη. Οι άνθρωποι είναι περίεργο είδος, είπε. Δεν νοιάζονται για την πόλη τους παρά μόνο όταν αυτή πονάει, και μου έδειξε τα χέρια της. Ήταν μαύρα από στάχτη και πόνο. Γαριασμένα από τη δουλειά.

Θα ήθελα να της έλεγα οτι δεν έχει δίκιο αλλά θα ήταν ψέματα. Βάζουμε το εγωιστικό συμφέρον μας πάνω από τους άλλους, πάνω από την Γη που πατάμε ευχόμενοι οτι οι “θεοί” μας δεν θα το καταλάβουν και θα συνεχίζουν να μας προστατευουν. Οι σκέψεις στροβίλιζαν το μυαλό μου και τελικά βρήκα λέξεις να αρθρώσω.

Και τώρα τους τιμωρείς; τη ρώτησα σκεπτόμενος τις δυστυχίες που ζούμε τις τελευταίες μέρες.

Δεν ξέρω τι σημαίνει τιμωρία, μου είπε ξεχειλίζοντας από αγάπη. Έβλεπα τα δάκρυά της να γλιστράνε από τα μάγουλά της. Το ένα μάτι της ήταν κόκκινο. Κόκκινο της φωτιάς. Η φωνή της ήταν στεναχωρημένη αλλά ήρεμη. Όπως θα περίμενες από την Αθηνα.

Είναι άδικο, μου είπε τελικά, είναι άδικο να βλέπεις τον λαό που αγαπάς να μην αναγνωρίζει την αγάπη του. Έδωσα σε αυτή τη γη όλα όσα είχε το σύμπαν ολόκληρο. Σαν να ήθελα να τα στριμώξω σε μια γωνιά του κόσμου. Οι άλλες πόλεις θύμωναν μαζί μου με την γενναιοδωρία μου. Της έδωσα ωραίο έδαφος να μπορείς να καλλιεργήσεις ό,τι μπορείς να φανταστείς, ιδανικό κλίμα για να ζεις την πιο όμορφη ζωή, μια ιστορία γεμάτη από συγκινήσεις, περιπέτειες, σοφία και φως. Αλλά οι άνθρωποι ξεχνάνε να κοιτάνε κάτω. Το κάνουν μόνο όταν λυπούνται. Όταν νομίζουν ότι όλοι τους έχουν παρατήσει. Κάτω όμως, είμαι εγώ. Στο χώμα που πατάς, στις πέτρες που κλωτσάς, στην άσφαλτο που κάλυψες το χώμα μου. Στριμώχνονται, βρίζουν και τρέχουν. Σπρώχνουν αντί να αγκαλιάζουν, φτύνουν αντί να φιλούν. Η αδικία όμως φέρνει πάντα αδικία. Όπως η αγάπη θα φέρνει πάντοντε αγάπη. Έτσι και η καταστροφή θα φέρει καταστροφή. Δεν είναι τιμωρία, δεν γνωρίζω τι είναι η τιμωρία. Αναγνωρίζω όμως το αποτέλεσμα του ανθρώπινου εγωισμού. Σε κάνει να ξεχνάς ποιός είσαι και τι κάνεις σε αυτό τον κόσμο και σε κάνει να θέλεις να εκμεταλλευτείς, να πολεμήσεις, να καταστρέψεις.

Με συγκλόνισαν τα λόγια της. Όσο και ήρεμη να ήταν η φωνή της, τόσο οι λέξεις της μου τράνταζαν την καρδιά. Είχε δίκιο. Το αποτέλεσμα της άγνοιας, του εγωισμού και της κουτής μας συμπεριφοράς βιώνουμε. Η κάθε δράση μας θα έχει την αντίδρασή που της αρμόζει. Και όταν βλέπουμε την αντίδραση την θεωρούμε άδικη. Αλλά πάντα προέρχεται από μια δική μας αδικία.

Τι μπορούμε να κάνουμε, την ρώτησα. Μερικές φορές ίσως να ξεχνάμε τα σημαντικά και να χανόμαστε στα ανούσια. Χρειαζόμαστε έναν τρόπο να τα θυμόμαστε.

Η Αθηνα σηκώθηκε όρθια. Αρώματα από θυμάρι και πεύκο γέμισαν τον χώρο.

Μην περιμένεις το σκοτάδι για να λάμψεις. Λάμψε στο φως και ας μην σε αναγνωρίσει κανένας. Μην αναζητάς να την αναγνώριση. Έχεις χέρια, χρησιμοποίησέ τα για να αγκαλιάσεις τον διπλανό σου. Κάθε μέρα, κάθε στιγμή που περνάει. Έχεις λαλιά, πες πόσο τους αγαπάς. Όλους. Και τους φίλους σου και αυτούς που θεωρείς εχθρούς. Και να σου πω ένα μυστικό; Δεν έχεις εχθρούς. Ποτέ δεν είχες. Το αποτέλεσμα των πράξεών σου ζεις, είπε και σταμάτησε για μια στιγμή. Το βλέμμα της χάθηκε στον σκοτεινό ορίζοντα.

Ξέρεις, πέθανε κόσμος και για αυτό πενθώ. Πενθώ γιατί λίγη από την αγάπη που θα μπορούσα να λάβω, έφυγε από αυτόν τον κόσμο, είπε η Αθηνα και σταμάτησε.

Περιμένετε την κακουχία για να θυμηθείτε οτι η καρδιά, εκτός από το να χτυπά είναι και για να φροντίζει, να προσφέρει, να αγαπά. Και γύρισε προς το μέρος μου.

Γκρέμισε τους τοίχους σου, και αγάπα σαν να μην υπάρχει αύριο. Αυτό να κάνεις. Όχι γιατί κάποιος πέθανε. Αλλά γιατί εσύ ζεις ακόμα. Μην περιμένεις το σκοτάδι για να λάμψεις, είπε και έδιωξε το μαύρο χιτώνα που φορούσε και αποκαλύφθηκε το πιο φωτεινό φόρεμα που έχω δει ποτέ. Και έτσι, χάθηκε μέσα στο σκοτάδι.

Περπατώντας σπίτι μου είχαν καρφωθεί στο μυαλό μου τα λόγια της.

Αγάπα όλους και όλα χωρίς να κρατάς άμυνες.
Αγάπα όχι γιατί πεθαίνεις, αλλά γιατί ζεις.

Αργύρης Μάρδας

Ο Αργύρης Μάρδας Στραβελάκης είναι σύμβουλος, εμπνευστής και δημιουργός της καινοτομικής μεθόδου Άμεσης Συναισθηματικής Αποφόρτισης και Επίτευξης Στόχων, Expansion Method, συγγραφέας του βιβλίου Expansion Chronicles: Αναγέννηση, Εκδ. Λιβάνη και δημιουργός της ενεργειακής δονητικής θεραπείας Vibrative Expansion (Δονητική Διεύρυνση).
Δείτε τα πλήρη στοιχεία του Αργύρη Μάρδα
Αργύρης Μάρδας

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

Σχολιάστε

Για να καταχωρήσετε το σχόλιο σας, συνδεθείτε με...



Αφήστε το σχόλιό σας !
Γράψτε το όνομά σας