/Συνάντηση με το Σκοτάδι του Εαυτού
Το δικό οσυ Βίωμα

Συνάντηση με το Σκοτάδι του Εαυτού

627 ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Της Φωτεινής Βαβίτσα

Ήταν μία σκεπτομορφή που την καραδοκούσε από τα παιδικά της χρόνια, με την πρώτη τους συνάντηση να γίνεται σε ένα όνειρο.

Η Πρώτη Συνάντηση

Ένα βράδυ η μικρή Ανατολή κοιμόταν, όταν ξαφνικά είδε τον εαυτό της να πετάει ανάμεσα σε βουνά και θάλασσα. Μέσα της κυριαρχούσε ένα πρωτόγνωρο αίσθημα ελευθερίας απαλλαγμένο από κάθε έλεγχο.

Όλα ξεκίνησαν με την ίδια απλά να περιπλανιέται όταν της κέντρισε την προσοχή ο εκκωφαντικός ήχος ενός κεραυνού.

Η απέραντη θέα της θάλασσας διακόπηκε από μία σκοτεινή θηλυκή παρουσία που αιωρούνταν και ισορροπούσε στο πουθενά.

Το σώμα της Ανατολής πάγωσε μπροστά σε αυτό το θέαμα, αλλά η ίδια δεν έπεφτε, μόνο παρατηρούσε. Η ανάσα της σα να την είχε εγκαταλείψει, μαζί με τις αισθήσεις της. Το μόνο που της είχε μείνει ήταν το βλέμμα της να παρατηρεί διεξοιδικά αυτό το πλάσμα που εμφανίσθηκε μπροστά της.

Φορούσε μία μαύρη μπέρτα από πλούσιο βελούδο που κάλυπτε το σκελετωμένο της σώμα και κατέληγε σε μία τεράστια κουκούλα. Από μέσα ξεπρόβαλε ένα μπλε φόρεμα που ακολουθούσε πιστά τις κινήσεις και τις αποχρώσεις του συννεφιασμένου ουρανού και της φουρτουνιασμένης θάλασσας.

Τα μαλλιά της έπεφταν πλούσια έως τη μέση. Θώρακας και λαιμός κάτασπροι, σε πλήρη αντίθεση με το υπόλοιπο σκοτεινό θέαμα. Το δέρμα τόσο λεπτό που έβλεπες τις φλέβες να διαγράφονται και να αποκαλύπτουν την πορεία τους.

Η Ανατολή συνέχισε να παρατηρεί το σαγόνι, τα χείλη, τα ζυγωματικά και μόλις πήγε να φθάσει στα μάτια δεν άντεξε. Άρχισε να χτυπιέται και να παρακαλάει το σώμα της να ξυπνήσει για να φύγει. Άκουγε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά μέσα στο πετρωμένο της σώμα κι έσφιγγε δυνατά μάτια και δόντια προσπαθώντας να αποφύγει να δει το υπόλοιπο θέαμα.

Τελικά, τα κατάφερε να ξυπνήσει από τον βαθύ ύπνο στον οποίο είχε βυθισθεί. Ζαλισμένη και λουσμένη στον κρύο ιδρώτα, άρχισε να αγγίζει το σώμα της. Ήταν η πρώτη της ενστικτώδης κίνηση για να συνειδητοποιήσει ότι είναι ακόμη ζωντανή.

Κοίταξε γύρω το δωμάτιό της, έντρομη μήπως είχε πάρει μαζί της κι αυτή την τρομακτική παρουσία που είχε συναντήσει στον ύπνο της.

Σα φυσική παρουσία, όχι, δεν υπήρχε πουθενά, αλλά η σκέψη αυτού του πλάσματος την ακολουθούσε. Τον πρώτο καιρό μετά το όνειρο, η Ανατολή αισθανόταν ότι την ακολουθεί παντού. Κάθε φορά που ήταν να πάει στο δωμάτιό της, στο μπάνιο ή κάπου αλλού όπου ήξερε ότι θα είναι μόνη της, το σκεφτόταν πολύ πριν το κάνει.

Για την ακρίβεια, δεν ένιωθε ποτέ μόνη της. Αισθανόταν ότι αυτό το πλάσμα την ακολουθούσε παντού, δηλώνοντάς της την παρουσία του μέσα από την αίσθηση του ονείρου, που η Ανατολή δεν μπορούσε με τίποτα να ξεχάσει.

Ο χρόνος όμως είναι ο καλύτερος γιατρός. Έτσι, η Ανατολή γεμίζοντας την ημέρα της με νέες εμπειρίες, έθαψε τις παλιότερες και μέσα σε αυτές και τη μυστηριώδη συνάντηση εκείνου του ονείρου.

Είναι όμως γνωστό πως όλα όσα θάβουμε δεν εξαφανίζονται. Περιμένουν καρτερικά μέχρι να μας χτυπήσουν ξανά την πόρτα. Εμείς μπορεί να μην το περιμένουμε, μας περιμένουν όμως αυτά.

Μετά από Καιρό…

Έτσι λοιπόν, χρόνια μετά κι ενώ η Ανατολή είχε φθάσει πλέον στο Λύκειο, βρέθηκε πάλι στο ίδιο γνώριμο περιβάλλον του ονείρου που είχε δει στην παιδική της ηλικία. Αρχικά, δεν κατάλαβε και πολλά, είχαν περάσει και τόσα χρόνια, από την προηγούμενή τους συνάντηση. Ξαφνικά άρχισε να νιώθει πάλι αυτό το περίεργο αίσθημα ελευθερίας κι αυτό κάπως τη θορύβησε. Άφησε όμως την απώλεια ελέγχου να την οδηγήσε. Ήταν τόσο μεθυστικό αυτό το συναίσθημα που δεν μπορούσε να αντιδράσει.

Αυτή τη φορά δεν υπήρξε κανένα σημάδι να της εφιστήσει την προσοχή. Απλά εκεί που πετούσε την είδε ξανά. Είχε γυρισμένη την πλάτη με την κάπα να ξεχωρίζει και να κυματίζει στη φορά του ανέμου. Η Ανατολή τώρα δεν ήταν τόσο φοβισμένη, όσο περίεργη να την πλησιάσει. Οδηγούσε απλά τον εαυτό της όλο και πιο κοντά στη σκοτεινή φιγούρα, χωρίς να σκέφτεται ή να αισθάνεται κάτι.

Όσο πλησίαζε, ένιωσε αυτό το σφίξιμο του αγνώστου στο στομάχι να την κυριεύει. Δεν ήθελε όμως να φύγει. Απλά συνέχιζε.

Η φιγούρα δεν έκανε καμία κίνηση. Παρέμενε αγέρωχη στη μέση του πουθενά. Το ύφασμα της κάπας της συνέχιζε να κυματίζει, ήρεμα, όπως ακριβώς του όριζε ο άνεμος και χωρίς να προβάλει κάποια αντίσταση.

Στο σκηνικό του ονείρου επικρατούσε πλήρης ηρεμία, όπως ακριβώς η νηνεμία πριν από μία φουρτούνα. Η Ανατολή είχε παραδοθεί κι αυτή μέσα σε αυτό το κλίμα και συνέχιζε ναρκωμένη να πλησιάζει.

Είχε φθάσει πλέον σε απόσταση αναπνοής. Δεν μπορούσε πλέον να αντιληφθεί αν κοιμόταν ή ήταν ξύπνια. Όλα φαίνονταν πλέον τόσο ζωντανά.

Ο ήχος του ανέμου και της θάλασσας ξαφνικά υποχώρησε δίνοντας τη θέση του στον ήχο από τους χτύπους της καρδιάς της Ανατολής. Άπλωσε το χέρι της και πριν ακόμη αγγίξει την κάπα, ένιωθε μία πρωτόγνωρη θερμότητα να κατακλύζει το χέρι της.

Μία δυνατή ροή ενέργειας η οποία ερχόταν σε επαφή με το δέρμα της και ξυπνούσε όλο το κυκλοφορικό της σύστημα προκαλώντας υπεραιμία στην παλάμη της και έκανε τις φλέβες σε εκείνο το σημείο να πάλλονται με τέτοια δύναμη που νόμιζες ότι θα σκίσουν το δέρμα και θα σκάσουν από την πίεση.

Η Ανατολή για κάποιο λόγο δε σταματούσε. Ακούμπησε τη σκούρα μπλε κάπα αφήνοντας το απαλό βελούδο να γαργαλήσει την παλάμη της, η οποία είχε χαθεί ανάμεσα στις πτυχές του ρούχου. Ένιωσε το σκελετωμένο σώμα του πλάσματος που στεκόταν μέχρι τώρα ακίνητο μπροστά της να κινείται, δίνοντας στην Ανατολή να καταλάβει, ότι την είχε πλέον αντιληφθεί.

Ξαφνικά, η νάρκωσή της αντικαταστάθηκε από το αίσθημα του φόβου και πάλι.

Η σκοτεινή αυτή γυναίκα άρχισε να γυρνάει προς το μέρος της Ανατολής, η οποία και πάλι έψαχνε τρόπο να ξεφύγει και να ξυπνήσει από αυτόν τον εφιάλτη. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει όλο και πιο δυνατά καθώς έβλεπε να ξεπροβάλουν και πάλι τα πλούσια μαλλιά, το λευκό της δέρμα, ο ψηλός αδύνατος λαιμός και αυτό το πρόσωπο που έκανε την ψυχή της να παγώνει από τον φόβο.

Το τελευταίο που πρόφτασε να δει ήταν τα χείλη του πλάσματος αυτού να κουνιούνται και να της ψυθιρίζουν “Ανατολή… Ξεφεύγεις από Εμένα και κρύβεσαι από Εσένα…”

Ξύπνησε και πάλι στο δωμάτιό της τρέχοντας προς τον διακόπτη για να ανάψει αμέσως το φως. Οι παλμοί της καρδιάς της χτυπούσαν ακόμη δυνατά μέσα στα αυτιά της και το πρόσωπό της έκαιγε από την πίεση. Αυτή τη φορά όμως έκαιγαν και τα χέρια της. Ακριβώς όπως και στο όνειρο.

Πέρασαν κάποιες ώρες μέχρι να κοιμηθεί ξανά. Άκουγε όμως συνέχεια να της ψυθιρίζεται στο αυτί “… Ξεφεύγεις από Εμένα και κρύβεσαι από Εσένα…”

Ζώντας μέσα στο Κουτί…

Πέρασαν κι άλλα χρόνια από τότε και η Ανατολή μεγάλωνε, προσπαθώντας να δίνει πάντα το καλύτερο πρόσωπό της μέσα στην οικογένειά της και στον κοινωνικό της κύκλο. Συνέχιζε να οδηγείται στο επόμενο βήμα της ζωής της με βάση αυτό που περίμεναν να δούνε οι άλλοι από αυτή.

Την αγαπούσαν άλλωστε όλοι τόσο πολύ και δεν ήθελε να τους απογοητεύσει. Είχε δουλέψει πολύ σκληρά τόσα χρόνια για να μην απογοητεύσει κανέναν και να έχει όλους όσους αγαπάει στο πλάι της.

Η ίδια η ζωή την είχε ανταμείψει απλόχερα για αυτή της την απόφαση. Είχε μία σταθερή δουλειά με έναν ικανοποιητικό μισθό και χωρίς πολλές ανατροπές στην καθημερινότητά της. Γονείς και συγγενείς πάντα δίπλα της, σε κάθε βήμα να τη στηρίζουν.

Αλλά και η ίδια τους αντάμειβε πάντα με το χαμόγελο και την καλή της διάθεση. Παρούσα σε κάθε υποχρέωση, κάνοντας ό,τι της ζητούσαν. Σε αντίθετη περίπτωση κινδύνευε να ντροπιάσει την οικογένειά της και αυτός ήταν πάντα ο μεγαλύτερός της φόβος.

Ήταν όμως στιγμές που αυτό το χαμόγελο σα να άλλαζε αυτομάτως σε ένα κομμάτι κολλητικής ταινίας που της έκλεινε το στόμα και δεν την άφηνε να εκφρασθεί, αλλά ούτε και να αναπνεύσει.

Λίγο μετά την ηλικία των 23, η Ανατολή παρατήρησε κάτι πολύ περίεργο. Ξαφνικά άρχισε να σφίγγει πολύ τα δόντια της. Δε θυμάται από ποια στιγμή κι έπειτα ξεκίνησε αυτό το συνήθειο. Μπορεί να το είχε και από πάντα, αλλά άρχισε ξαφνικά να το παρατηρεί και να της κάνει εντύπωση.

Είχε διαβάσει κάπου ότι το σφίξιμο των δοντιών, αποτελεί ένδειξη άγχους. Η ίδια όμως δεν είχε λόγο να είναι αγχωμένη.

Βρήκε μία σταθερή δουλειά λίγο καιρό μετά την ορκομωσία της. Μπορεί να μην ήταν αυτό που ονειρευόταν πάντα, αλλά είχε έναν καλό μισθό και σταθερό ωράριο εργασίας.

Στο σπίτι δεν είχε και πολλές υποχρεώσεις, μιας και τα είχαν τακτοποιημένα όλα για την ίδια οι γονείς της. Το μόνο που της έμενε να τακτοποιήσει τώρα ήταν να αποκατασταθεί και να τους χαρίσει ένα εγγονάκι.

Ήταν η μικρότερη βέβαια, αλλά η αδερφή της τους το είχε ξεκόψει αυτό από καιρό. Η Ανατολή και η αδερφή της διέφεραν μεταξύ τους όσο η μέρα και η νύχτα. Η Νίκη είχε φύγει από το σπίτι με το που έγινε 18. Δεν την ενδιέφερε τόσο να σπουδάσει, όσο να ζήσει και να αποκτήσει εμπειρίες που θα της αποκάλυπταν, όπως έλεγε, το μονοπάτι της στη ζωή.

Ήθελε πάντα να ζήσει μία ζωή μέσα από το άστρο της. “Μία ζωή μέσα στη δυστυχία θα ζήσεις”, της απαντούσε πάντα ο πατέρας τους, κι εκεί ξεκινούσαν οι μάχες.

Η Ανατολή θυμάται σε κάτι τέτοιες στιγμές να βρίσκεται μέσα στην κουζίνα με τη μαμά της. Έπιαναν από μία γωνία τρομαγμένες από τις φωνές και την ένταση και περιμένοντας τη φουρτούνα να περάσει.

Πάντα η μαμά της παραληρούσε και της έλεγε. “Εσύ να προσέχεις, δεν είσαι έτσι, ακούς; Έσυ τον ακούς τον πατέρα σου, είσαι καλό κορίτσι. Να μην την αφήσεις ποτέ να σε παρασύρει. Είσαι καλή, έτσι θα προκόψεις στη ζωή σου. Αχ, δεν ξέρω τι κάναμε λάθος με αυτό το κορίτσι…”

Μετά, γυρνούσε και πάλι στην Ανατολή και της έλεγε με βλέμμα θολωμένο από τον φόβο και την ανάγκη για κυριαρχία “Εσύ να ακούς πάντα αυτό που σου λέμε εγώ και ο πατέρας σου! Εμείς ξέρουμε το καλό σας! Αλλιώς θα καταλήξεις έτσι – έλεγε και τέντωνε ψηλά το χέρι της δείχνοντας προς το σημείο από το οποίο προέρχονταν οι φωνές – κι εμάς θα μας φάει η κακιά η θλίψη.”

Και συνέχιζε μέχρι να λήξει ο καβγάς ανάμεσα σε μπαμπά και Νίκη. “Πάει, θα μου τον πεθάνει. Αχ, αυτό το κορίτσι γεννήθηκε για να μας στείλει μία ώρα νωρίτερα…”

“… Ξεφεύγεις από Εμένα και κρύβεσαι από Εσένα…”

Η Ανατολή πάντα έμενε στη θέση της όλες εκείνες τις φορές και μέσα στον φόβο και τη σύγχυσή της ορκιζόταν ότι ποτέ δε θα το έκανε αυτό στους γονείς της. Είχε ορκισθεί να μην τους στενοχωρήσει και να μην τους φέρει ποτέ σε αυτή την κατάσταση.

Έτσι, έκανε αυτή την απόφαση τον στόχο της και προσάρμοσε τη ζωή της γύρω από αυτό. Αποτελούσε πάντα τον νευραλγικό παράγοντα ανάμεσα στους γονείς της και την αδερφή της. Γιατί, όσο και να τους ταλαιπωρούσε η Νίκη μέχρι να φύγει από το σπίτι, η Ανατολή δεν έπαψε ποτέ να την αγαπάει, για αυτό που ήταν.

Τη θαύμαζε πάντα που ενώ έφυγε και παρά τα λεγόμενα των γονιών της ότι θα ζει μέσα στη δυστυχία, η ίδια είχε καταφέρει αυτό που έλεγε πάντα. Είχε βρει το άστρο της στο Θέατρο και προχωρούσε το μονοπάτι της ζωής της μέσα σε αυτό.

Η Ανατολή δεν έχανε ποτέ ούτε μία παράστασή της. Εκτός φυσικά κι αν έφευγε σε περιοδεία, γιατί αν το καταλάβαιναν οι γονείς τους ποιος ξέρει τι θα γινόταν.

Πόσες φορές δεν της είχε ζητήσει η Νίκη να την ακολουθήσει σε όλα αυτά τα υπέροχα μέρη που πήγαινε με τη δουλειά της. Η Ανατολή δεν της απαντούσε ποτέ ευθέως. Απλά της χαμογελούσε, κοκκίνιζε από την αμηχανία και έβαζε τα χέρια της μέσα στα δικά της.

Η Νίκη δε χρειαζόταν τίποτε παραπάνω για να καταλάβει. “Είσαι χαζή!” της απαντούσε μονοκόμματα.

“Μα, Νίκη μου…” ξεκινούσε η Ανατολή προσπαθώντας να απολογηθεί.

“Δεν ακούω τίποτα! Δεν το πιστεύω ότι ακόμη και τώρα συνεχίζουν να σε χειραγωγούν κι εσύ να το δέχεσαι! Έχεις ενηλικιωθεί, έχεις όλα τα εφόδια για να απογαλακτισθείς επιτέλους και μένεις προσκολλημένη στον φόβο πως, αν τους αφήσεις, θα πάθουν κάτι.”

Η Νίκη καταλάβαινε μετά ότι την κακοκάρδιζε και της μιλούσε πιο γλυκά:

“Δεν πρόκειται να πάθουν τίποτα αγάπη μου. Και στην άλλη άκρη της γης να πας εδώ θα είναι και θα σε αγαπάνε το ίδιο. Όλοι σε αγαπάμε και θα σε αγαπάμε ακόμη κι αν αποφασίσεις να ανακαλύψεις τη ζωή σου και μας παρατήσεις. Δεν καταφέρνεις κάτι με το να είσαι πάντα το καλό παιδί μέσα στα κουτάκια που το τοποθετούν οι άλλοι. Το μόνο που καταφέρνεις είναι να στερείς από τον εαυτό σου όλα τα υπέροχα που περιμένει να σου αποκαλύψει η Ζωή, με το να κρύβεσαι από Εσένα…”

Ξαφνικά αυτές οι τελευταίες λέξεις έκαναν την Ανατολή να παγώσει και να χάσει τη γη κάτω από τα πόδια της. Ξαφνικά της ήρθε και πάλι ο ψίθυρός στο αυτί: “… Ξεφεύγεις από Εμένα και κρύβεσαι από Εσένα…” και θυμήθηκε το όνειρο.

Τα χέρια της ίδρωσαν και η Νίκη το κατάλαβε. “Τι έπαθες Ανατολή μου, είσαι καλά;”

Δεν ήξερε τι να της απαντήσει. Ξαφνικά ήταν σα να βρισκόταν και πάλι σε εκείνο το περίεργο όνειρο. Η καρδιά της χτυπούσε, τα χέρια της είχαν ιδρώσει από την υπεραιμία και η ίδια δεν μπορούσε να μιλήσει. Έπιασε το ποτήρι με το νερό και το κατέβασε με τη μία.

“Είμαι μια χαρά.” Απάντησε διστακτικά στην αδερφή της. “Απλά αφαιρέθηκα για λίγο…”

Η Νίκη την κοίταξε με πολλή αγάπη και κατανόηση και είπε: “Καταλαβαίνω, σε κακοκάρδισα πάλι σήμερα. Θέλω να ξέρεις όμως πως σου τα λέω όλα γιατί, για εμένα, είσαι ο πιο σημαντικός άνθρωπος στον κόσμο και θέλω να είσαι ευτυχισμένη και ήρεμη… Και ξέρω ότι τώρα δεν είσαι, απλά δεν μπορείς να το δεις.”

Αγκαλιάστηκαν και σηκώθηκαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Λίγο πριν αποχωρισθούν, η Νίκη της είπε: “Το Σάββατο φεύγουμε με τον θίασο για Σαντορίνη. Θα μείνουμε εκεί για μία εβδομάδα. Έχω κλείσει ήδη ένα εισιτήριο παραπάνω για εσένα. Το καράβι φεύγει στις 14:00. Θέλω να σε δω εκεί. Έχεις 4 ημέρες να το σκεφτείς και να αποφασίσεις.”

Η Ανατολή την αγκάλιασε χωρίς να της πει κάτι κι έφυγε.

Αποφάσισε να επιστρέψει με τα πόδια. Σε όλη τη διαδρομή είχε μία έκφραση να της περιτριγυρίζει το μυαλό: “Ξεφεύγεις από Εμένα και κρύβεσαι από Εσένα…”

“Μα, εγώ, δε θέλω να το κάνω άλλο αυτό!”

Επέστρεψε στο σπίτι και βρήκε τον πατέρα της στο σαλόνι. Από το βλέμμα του κατάλαβε πως είχε μάθει από τη μητέρα τους, ότι θα συναντούσε τη Νίκη. “Πως τα περάσατε;”, τη ρώτησε γεμάτος ειρωνία.

“Μια χαρά μπαμπά μου, η Νίκη σας στέλνει χαιρετίσματα.” Πάντα το έλεγε αυτό, με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα γεφύρωνε τις σχέσεις τους. Η Νίκη δεν έστελνε ποτέ χαιρετίσματα.

“Δε θέλω τίποτα από την αδερφή σου, ούτε τα χαιρετίσματά της. Μας έχει ντροπιάσει, δεν έχω μούτρα να κυκλοφορήσω στη γειτονιά.” Η Ανατολή ένιωσε και πάλι το σφίξιμο στα δόντια. “Κι εσύ τι θέλεις και τη συναντάς συνέχεια; Για να σου φουσκώσει κι εσένα τα μυαλά και να πάρεις τον στραβό δρόμο; Μια χαρά τα έχεις καταφέρει έως τώρα! Φρόντισε να σε επηρεάσει και να τα χάσεις όλα! Σου έχω πει να με ακούς, είσαι αθώα και παρασύρεσαι εύκολα…”

Η Ανατολή δεν ήθελε να συνεχίσει τη συζήτηση. Ένιωθε περίεργα με τα δόντια της να σφίγγουν όλο και περισσότερο και να της μουδιάζουν το στόμα. Σηκώθηκε, έδωσε στον πατέρα της ένα φιλί και άρχισε να κατευθύνεται προς το δωμάτιό της.

Ξαφνικά, αποφάσισε όμως ότι ήθελε να απαντήσει. Πολλές φορές στο παρελθόν ήθελε να απαντήσει σε αυτά που τις έλεγαν γονείς και συγγενείς, με τα οποία η ίδια δε συμφωνούσε. Τότε το συνειδητοποιήσε.

Σε κάθε τέτοια περίπτωση ήταν που έσφιγγε τα δόντια της, όπως συνέβη και τώρα. Κάθε φορά που δε συμφωνούσε με αυτό που της έλεγαν και ήθελε να υποστηρίξει τη δική της θέση, είχε μάθει να σφίγγει τα δόντια της και να μην το κάνει.

Καταπίεζε την ίδια, ώστε τελικά να μην είναι ο εαυτός της, αλλά να είναι κάτι άλλο, να είναι το καλό παιδί που περίμεναν οι άλλοι.

Μόλις κατάλαβε τι σήμαινε τελικά, για την ίδια, κάθε φορά που έσφιγγε τα δόντια της, ξύπνησε. “Μα, εγώ, δε θέλω να το κάνω άλλο αυτό!”, είπε ξαφνικά και γύρισε προς τον πατέρα της.

“Μπαμπά, θα σου πω κάτι, με όλη την αγάπη που έχω για εσένα. Αλλά δε θέλω να το κρατάω άλλο μέσα μου. Η Νίκη αυτό που έχει αποφασίσει να κάνει στη ζωή της είναι να ζήσει όπως ακριβώς επιθυμεί η ίδια κι όχι όπως όρισε κάποιος άλλος για αυτή.

Σήμερα θέλω να σου παραδεχτώ κάτι που φοβάμαι να το κάνω εδώ και χρόνια. Τη θαυμάζω για αυτή της την απόφαση, γιατί δε φοβήθηκε ποτέ, τίποτα και κανέναν.

Σας αγαπάω πολύ και εσένα και τη μαμά, το ξέρεις αυτό. Αλλά τόσα χρόνια έχω μετατρέψει αυτή την αγάπη σε φόβο να μη σας πληγώσω, ή να μην κάνω κάτι που δε θέλετε εσείς, στη δική μου ζωή. Με αυτόν τον τρόπο κατέληξα να ζω αυτά που επιθυμείτε εσείς και όχι αυτά που ονειρεύομαι εγώ να ζήσω.

Το ξέρω ότι θα μου θυμώσεις και ότι από σήμερα τίποτα δε θα είναι το ίδιο στη σχέση που έχουμε μεταξύ μας. Είναι λογικό, από τη στιγμή που δεν είχες συνηθίσει να είναι έτσι τα πράγματα.

Αυτή τη φορά όμως επιλέγω να είμαι ξεκάθαρη και ειλικρινής απέναντί σου, χωρίς κάποιον φόβο. Ευχαριστώ πολύ εσένα και τη μαμά για τη θαλπωρή σας, αλλά από εδώ και πέρα ήρθε η ώρα να κάνω τις δικές μου επιλογές, τις οποίες θα ήθελα να σέβεστε.

Η πρώτη μου επιλογή είναι το Σάββατο να φύγω μαζί με τη Νίκη στη Σαντορίνη. Θα βρίσκεται εκεί για περιοδεία και μου ζήτησε να πάω μαζί της.

Καληνύχτα μπαμπά.”

Γύρισε την πλάτη της και πήγε τελικά στο δωμάτιό της. Τα πόδια της έτρεμαν και της είχε κοπεί η ανάσα. Για πρώτη φορά όμως δεν την ένοιαζε τίποτα από αυτά. Το κυριότερο ήταν πως μετά από αυτό, το σφίξιμο στα δόντια της είχε χαθεί.

Η Συνάντηση με το Σκοτάδι του Εαυτού

Λίγη ώρα αργότερα, έπεσε για ύπνο. Ήταν ακόμη νωρίς, αλλά σήμερα είχε από πριν την ελπίδα ότι θα συναντούσε και πάλι αυτή τη φιγούρα που την είχε στοιχειώσει τόσα χρόνια τώρα.

Την είχε πλημμυρίσει ένα περίεργο θάρρος και περιέργεια. Για την ακρίβεια δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τον εαυτό της. Το μόνο που ήθελε ήταν να έρθει επιτέλους πρόσωπο με πρόσωπο με μία αλήθεια που δεν ήξερε τι της επιφύλασσε, απλά ήθελε επιτέλους να μάθει.

Κάθε τι που ζητάμε στη ζωή ξεκάθαρα και με σιγουριά μας εμφανίζεται, χωρίς υπεκφυγές και καθυστερήσεις. Έτσι εκείνο το βράδυ, η Ανατολή βρέθηκε πάλι να πετάει πάνω από τη θάλασσα.

Το περιβάλλον ακριβώς το ίδιο με τις προηγούμενες φορές. Η αίσθηση ελευθερίας με την ταυτόχρονη απουσία κάθε ελέγχου, ακριβώς η ίδια. Όλα όπως παλιά. Αρχικά, ένιωθε να ψάχνει συνέχεια αυτή τη χαρακτηριστική μπλε κάπα αλλά ξαφνικά άρχισε να αφήνεται κι απλά να περιηγείται πάνω από τα νερά της θάλασσας.

Το αεράκι φυσούσε και έδινε ένα ελαφρύ κύμα καθώς και μία ήπια αίσθηση δροσιάς στο δέρμα της. Ξαφνικά ένιωσε την ατμόσφαιρα να βαραίνει και κατάλαβε. Σήκωσε το βλέμμα της προς τον ορίζοντα και τότε την είδε.

Στεκόταν με την πλάτη γυρισμένη, όπως ακριβώς και την τελευταία φορά. Μία αγέρωχη παρουσία κρυμμένη πίσω από την πλουμιστή μπλε κάπα η οποία συνέχιζε ήρεμα να υπακούει στη ροή του ανέμου.

Η Ανατολή πλησίασε αποφασισμένη. Μόλις έφθασε σε απόσταση αναπνοής άπλωσε και πάλι το χέρι της. Η θέρμη αυτή τη φορά ήταν ακόμη πιο έντονη και οι χτύποι της καρδιάς της έδιναν ρυθμό σε όλες τις φλέβες της παλάμης του χεριού της.

Τα πάντα είχαν παγώσει με την Ανατολή να επαναλαμβάνει τις ίδιες ακριβώς κινήσεις με την τελευταία φορά που είχε συναντήσει αυτή την παρουσία. Αυτή τη φορά ένιωθε όμως μία σιγουριά να ανακαλύψει το πλάσμα που κρυβόταν πίσω από αυτή την κάπα και τα πλούσια μαλλιά. Για κάποιο λόγο ένιωθε και μία οικειότητα. Σα να ήταν έτοιμη να δει κάποιον που βλέπει καθημερινά για πολλά χρόνια.

Την άγγιξε απευθείας στον ώμο, για να δηλώσει την παρουσία της. Ξαφνικά, είδε την κοπέλα να γυρνάει, αγγίζοντάς της αρχικά το χέρι της με το δικό της. Η αίσθηση ήταν τόσο δυνατή, παρότι το χέρι της φαινόταν τόσο σκελετωμένο κι αδύνατο.

Η κοπέλα άρχισε να γυρνάει. Εμφανίσθηκαν αρχικά τα μαλλιά της και σιγά-σιγά και το ολόλευκο δέρμα της.

Η Ανατολή παρακολουθούσε και πάλι ναρκωμένη από την περιέργεια τον μακρύ λαιμό, το λεπτό δέρμα και τον χάρτη που δημιουργούσαν οι φλέβες κάτω από αυτό, το σαγόνι, τα χείλη και όταν ξαφνικά συναντήθηκαν τα βλέμματά τους όλα πάγωσαν, με την Ανατολή να είναι εκεί και να παρατηρεί τον ίδιο της τον Εαυτό.

Η παρουσία αυτή ήταν ο Εαυτός της, ήταν η Ανατολή. Ένιωσε σα να κοιτάζει έναν σκοτεινό καθρέφτη που της έδειχνε το πρόσωπό της, αλλά με ένα βλέμμα που έκαιγε και καθώς την κοιτούσε, ένιωθε ταυτόχρονα να τη σουβλίζει.

Τότε είδε τα πάντα. Όλα τα ανεκπλήρωτά της πάθη, τις επιθυμίες, αλλά και όσα ήθελε να εκφράσει όλα αυτά τα χρόνια και δεν της επέτρεπε. Κάθε όχι που είχε πει στον εαυτό της για χάρη της κοινωνίας. Κάθε περιορισμό που της είχε θέσει στα όνειρά και τα θέλω της υπήρχε εκεί μέσα σε αυτό το βλέμμα που τώρα την κοιτούσε μέσα στα μάτια και δεν της επέτρεπε να πάει πουθενα.

Ξαφνικά η Ανατολή ένιωσε την ανάγκη να τραβηχτεί και να φύγει. Κοίταξε κάτω τη θάλασσα σα μοναδική της ελπίδα να πέσει μέσα εκεί και να ξεφύγει. Πήρε το χέρι της, αλλά  ξαφνικά αυτός ο Σκοτεινός της Εαυτός που τώρα ήταν μπροστά της δεν ήθελε να την αφήσει και πήγε να της πιάσει και πάλι το χέρι της.

Η Ανατολή τώρα προσπάθησε να παλέψει και να αμυνθεί. Σπρώχνοντας με δύναμη τον εαυτό της προς τη θάλασσα χτυπιόταν κάθε φορά που ο άλλος της Εαυτός την ακουμπούσε και την πλησίαζε. Προ πάντων αυτό που έκανε ήταν να αποφεύγει να την κοιτάξει στα μάτια. Ήξερε ότι αν αντικρύσει και πάλι αυτό το βλέμμα θα παγώσει και θα χάσει την άμυνά της.

Οι δύο τους πάλεψαν πολύ, πάνω από τα νερά αλλά τελικά η Ανατολή συνάντησε και πάλι αυτό το βλέμμα και όντως ένιωσε ότι έχασε κάθε μάχη. Άρχισε να φοβάται ότι θα της κάνει κακό. Μόλις όμως ηρέμησε, κατάλαβε ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση.

Ο άλλος της Εαυτός άρχισε και πάλι να της ψιθυρίζει: “Ανατολή… Ξεφεύγεις από Εμένα και κρύβεσαι από Εσένα τόσα χρόνια, δεν το έχεις καταλάβει ακόμη; Δεν είσαι μόνο όλα αυτά που δείχνεις τόσα χρόνια στον κόσμο. Είσαι και όλα τα υπόλοιπα που θέλεις, αλλά έχεις θάψει μέσα σε Εμένα. Δε θέλω το κακό σου, την απελευθέρωσή μας θέλω…”

“…Γνωρίζεις όμως ότι αυτή θα γίνει όταν αποφασίσεις να με αποδεχθείς, αν με αγαπήσεις και να καταλάβεις ότι αποτελώ κι εγώ ένα μέρος σου. Μπορεί να μην είμαι το μέρος που θα αγαπήσει ο κόσμος γύρω σου, αλλά έχω να σου δείξω κομμάτια δικά σου για τα οποία αξίζει να σε αγαπήσεις εσύ. Έτσι με τον καιρό θα σε αγαπήσει κι ο κόσμος που θα αποφασίσεις να έχεις δίπλα σου.”

Η Ανατολή εκεί που δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει τίποτα από αυτά που βίωνε, κατάλαβε γιατί ένιωσε αυτή την οικειότητα όταν ήρθε σήμερα να τη συναντήσει. Γιατί πολύ απλά ήρθε να συναντήσει τον ίδιο της τον Εαυτό. Όχι όμως αυτόν με τον οποίο κοιμόταν και ξυπνούσε τόσα χρόνια.

Είχε έρθει να συναντήσει τον Εαυτό που έθαβε με μεγάλη επιτυχία. Κάθε φορά που έβλεπε τους γονείς της εκνευρισμένους και απογοητευμένους με το γεγονός ότι η αδερφή της κυνηγούσε τα όνειρά της. Κάθε φορά που ένιωθε την επιθυμία να ζήσει ξέγνοιαστα, να πάει ταξίδια, να περάσει όμορφα, να ερωτευθεί χωρίς λογική και σχέδιο και απλά τη σταματούσε η πεποίθηση του ότι “Δεν είναι πρέπον”.

Όλα αυτά τα έβλεπε τώρα μπροστά της να την κοιτάνε με αγάπη και να την παρακαλούν να τα αποδεχθεί και να τα αγκαλιάσει μετά από τόσα χρόνια απόρριψης.

Ξαφνικά, κάθε έννοια πάλης την εγκατέλειψε και το μόνο που κυριαρχούσε στην καρδιά της ήταν μία ανιδιοτελής αγάπη και συγκίνηση για το πλάσμα που είχε απέναντί της.

Αγκαλιάστηκαν μεταξύ τους και τότε έγινε κάτι μαγικό. Η σκοτεινή αυτή παρουσία άρχισε να εξαϋλώνεται δημιουργώντας ένα χρυσό φως το οποίο ενώθηκε και αφομοιώθηκε από την Ανατολή.

Η Επόμενη Ανατολή…

Άνοιξε τα μάτια της και αντίκρυσε το δωμάτιό της. Είχε ξημερώσει και ο ήλιος είχε το ίδιο ακριβώς χρυσό φως το οποίο της χάιδευε απαλά το μάγουλο. Ανακάθισε στο κρεβάτι της έχοντας απλά ένα αίσθημα απόλυτης ηρεμίας. Ξεκίνησε την ημέρα της όπως συνήθως, αλλά με μοναδική διαφορά ότι ζήτησε μία εβδομάδα άδεια από τη δουλειά της, για πρώτη φορά. Φυσικά, η άδεια ήταν για την επόμενη εβδομάδα και ο προορισμός της η Σαντορίνη.

Στο σπίτι η διάθεση ήταν ψυχρή ανάμεσα στην ίδια και τους γονείς της. Τόσο ο πατέρας της, αλλά και η ίδια της η μητέρα δυσκολεύονταν ακόμη και να την κοιτάξουν στα μάτια.

Η Ανατολή τους έδειχνε απόλυτη κατανόηση για αυτό, τους είχε ανατρέψει όλη τους τη ζωή και τα πιστεύω μέσα σε ένα βράδυ. Είχαν χτίσει ολόκληρή τους τη σχέση στο γεγονός ότι η μικρή τους κόρη δε θα τους ταρακουνούσε ποτέ, όπως έκανε πάντα η Νίκη. Η κατάσταη αυτή τώρα είχε αλλάξει!

Όταν έφθασε το Σάββατο, βγήκε από το δωμάτιό της με τη βαλίτσα της και πήγε στους γονείς της που κάθονταν στο σαλόνι. Την κοίταξαν, αλλά δεν ήξεραν τι να πουν. “Σας χαιρετώ. Είναι πολύ καλή ευκαιρία αυτές οι ημέρες που θα λείπω, για να σκεφτούμε όλοι μας πως θα είναι οι μεταξύ μας σχέσεις από εδώ και στο εξής. Να ξέρετε ότι εγώ σας αγαπώ, όποια απόφαση και να πάρετε.”

Έκλεισε την πόρτα και ένιωσε την ίδια ελευθερία, αυτή που δεν έχει έλεγχο. Για πρώτη φορά όμως δεν είχε και την ανάγκη για έλεγχο.Έφθασε στο Λιμάνι, περίπου στις 12:00, επίτηδες, γιατί ήθελε να απολαύσει λίγο χρόνο με τον Εαυτό της. Τον ολοκληρωμένο Εαυτό της, αυτή τη φορά. Ο καφές, ο αέρας, ακόμη και οι συζητήσεις του κόσμου γύρω της είχαν τώρα μία άλλη αίσθηση. Γιατί πολύ απλά η ίδια είχε άλλη αίσθηση.

Λίγο μετά τη 13:30 βρισκόταν μπροστά στο καράβι, όταν είδε την αδερφή της. Είχε πλάτη και μιλούσε με τα υπόλοιπα παιδιά από τον θίασο. Η Ανατολή πλησίασε τη Νίκη και πλησίασε το χέρι της για να την ακουμπήσει στον ώμο. Ξαφνικά, αισθάνθηκε και πάλι την ίδια θέρμη. Η διαφορά είναι στο ότι αυτή τη φορά δεν την τρόμαξε κάτι.

Άγγιξε τον ώμο της Νίκης. Η αδερφή της γύρισε και την κοίταξε έκπληκτη. “Ελπίζω να μην έδωσες κάπου το εισιτήριό μου” της είπε η Ανατολή γελώντας! Μετά δεν μπορούσε να πει και πολλά γιατί πολύ απλά η Νίκη την είχε αγκαλιάσει τόσο σφιχτά που δεν της άφηνε περιθώρια! Κατευθύνθηκαν προς το καράβι έχοντας η μία αγκαλιά την άλλη. “Μα καλά, πως το πήρες επιτέλους απόφαση;” τη ρώτησε όλο χαρά.

Η Ανατολή χαμογέλασε, γιατί δεν ήξερε πως να το εξηγήσει… Οπότε είπε τα πρώτα λόγια που της ήρθαν στο μυαλό: “Ας πούμε ότι αποφάσισα να μην ξεφεύγω από αυτά που θέλω να ζήσω αλλά και να πάψω να κρύβομαι από εμένα. Δε λέω, καλά ήταν τόσα χρόνια που ήμουν το καλό παιδί, αλλά μόνο όταν ανακαλύψεις και αγαπήσεις και το άλλο – το “σκοτεινό” – μπορείς να ζήσεις σαν ολοκληρωμένος άνθρωπος…”

Η Νίκη την κοίταξε με απορία. Όλα αυτά τα οποία της περιέγραφε η αδερφή της είχαν μέσα τους κάτι το άγνωστο, αλλά και συνάμα τόσο οικείο… Κάτι που άκουγε για πρώτη φορά, αλλά για κάποιο λόγο ένιωθε ότι είχε λογική. Όπως ακριβώς είναι και πολλές άγνωστες καταστάσεις στη ζωή μας, πριν ακριβώς τις βιώσουμε και αντιληφθούμε ότι έκρυβαν μέσα τους κάτι το γνωστό…

Foteini Vavitsa

Όταν περιγράφω το αντικείμενό μου μέσα στη Dingo Marketing Team μου αρέσει η έκφραση “Creating Marketing Online”.
Κατέληξα εκεί γιατί τελικά φθάνει η στιγμή που ανακαλύπτεις ότι εμείς δημιουργούμε. Μία επιτυχημένη προβολή για μία υγιή επιχείρηση, αρμονικές σχέσεις μέσα στην ελευθερία... Γενικότερα τη ζωή που ονειρευόμαστε.
Η επιχειρηματικότητα χρειάζεται να είσαι ξεκάθαρος. Με τους στόχους σου, με αυτά που θέλεις, με αυτά που είσαι και θέλεις να προσφέρεις στους άλλους.
Αυτό υπήρξε μεγάλο δώρο για εμένα! Μέσα από την επιχειρηματικότητα έμαθα να ανακαλύπτω ποια Είμαι και να με εξελίσσω προς τα εκεί που θέλω να πάω. Όχι μόνο σαν επαγγελματίας, αλλά και σαν ύπαρξη. Κι εκεί ξεκινάει η μαγεία...

627 ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Από | 2017-05-08T12:31:49+00:00 19 Απριλίου 2017|Το δικό σου Βίωμα|0 Σχόλια

Γράψτε ένα Σχόλιο

Εναλλακτικά, συνδεθείτε με...



Send this to a friend