Το μονόχορδο και το ανθρώπινο σώμα

0
432

Του Ανδρέα Τσιάρτα

Σχετικά με το πώς ο Πυθαγόρας κατέληξε στο περιβόητο μονόχορδο, έχουν γραφτεί πολλά. Κάποια αποτελούν φήμες και θρύλους που περιβάλλουν το όνομα του Πυθαγόρα, όπως η ιστορία ότι μια μέρα καθώς περνούσε από ένα σιδηρουργό, άκουσε την ταλάντωση του σιδήρου σε διαφορετικά σημεία και έτσι εμπνεύστηκε τις ηχητικές αναλογίες. Αυτό, εκτός του ότι στην πραγματικότητα δεν υφίσταται ως φυσικό φαινόμενο, δεν ευσταθεί και ιστορικά σαν αναφορά και μάλλον παραπέμπει στη σφαίρα του μύθου.

Όπως έχουμε αναφερθεί σε προηγούμενο άρθρο (βλ. Η διαχρονικότητα της Αρχαίας Ελληνικής μουσικής) πολλές από τις αναφορές που έχουμε για την μουσική των Πυθαγορείων, ή καλύτερα των “Αρμονιστών”, όπως τους αποκαλούσανε, προκύπτουν από την πολεμική που άσκησε ένας άλλος πολύ γνωστός μελετητής της αρχαιότητας, ο Αριστόξενος. Στο έργο του ιδίου, ‘Αρμονικά Στοιχεία’, αποδίδει ένα ερασιτεχνισμό στους Αρμονιστές ενώ ο ίδιος γράφει ότι προσπάθησε με ένα επιστημονικότερο τρόπο να καθορίσει την μουσική θεωρία, όπως αυτός την κατανοούσε. Κατά τον Αριστόξενο, οι πυθαγόριοι “Νόμοι”, οι οποίοι και προέκυπταν από τον καταμερισμό του μονόχορδου ήταν διατονικοί και βασίζονταν στους παλαιότερους τρόπους (βλ. ονομασίες όπως Δώριος, Φρύγιος κτλ οι οποίοι και όντως υπονοούνε ένα τοπικό ιδίωμα των φύλων που τους έδωσαν τα ονόματά τους).

Ο ίδιος καταρτίζει μεν στο έργο του, μια εμπεριστατωμένη ανάλυση στο θέμα των τετραχόρδων και των γενών της αρχαίας μουσικής, που αν και αρνιόταν να το αποδεχτεί, η θεωρίες των τετραχόρδων ανάγονται δε πράγματι σε πυθαγόρειες αρχές και δομές. Ας αναφερθεί εδώ, ότι η δομή του τετραχόρδου στηρίχθηκε κατά τους Πυθαγόρειους σε ένα ακόμη παλαιότερο κοσμοθεωρητικό υπόβαθρο και όχι σε απλές “γεωμετρικές λειτουργίες”, πράγμα που τους δικαιώνει ως πρότερους των αριστοξενικών σκέψεων.

Ακόμη κι αν δεχτούμε την θέση του Αριστόξενου για μια αφελή και όχι επιστημονική προσέγγιση των  πυθαγορίων στο θέμα της μουσικής (που ο Ιάμβλιχος περίτρανα καταρρίπτει στο έργο του ‘Περί του Πυθαγοριακού Βίου’, σσ. 120-121 και 150), όπου μιλάει ξεκάθαρα για τα τετράχορδα, τις συνάψεις τετραχόρδων αλλά και το κρίσιμο ζήτημα των ημιτονίων) η αλήθεια είναι ότι το πρόβλημά του ήταν αλλού. Ναι μεν οι “Νόμοι” ακολουθούσαν μια σχεδόν απλή δομή, μελωδική ακριβώς όμως η δομή αυτή λειτουργούσε επωδικά μα κυρίως θεραπευτικά. Αυτό είναι ένα ζήτημα που αν και οι σκληροπυρηνικοί μελετητές (ιδιαίτερα ελληνόφωνες) θέλουν να αποποιηθούν, οι ξένοι μελετητές δε αβίαστα το αναφέρουν.

Είμαστε εξάλλου σε μια εποχή γύρω στον 4ο-3ο αιώνα π.Χ. όπου ο μύθος χάνει την προφορική σχεδόν μαγική υπόστασή του και οδηγείται σε μια εκλογίκευση. Διαχωρίζεται από την λογική και ενώ η μεν λογική ανάγεται σε επιστημονικό εργαλείο (ιδιαίτερα με τον Αριστοτέλη, αρχης γενομένης με τον Πίνδαρο και Θουκυδίδη), ο μύθος ερμηνεύεται ως μύθευμα, πλαστη ιστορία. Αυτό το γεγονός είναι που καθορίζει εξαρχής την ελληνική σκέψη μέχρι και τις μέρες μας: είναι το μεγάλο σχίσμα, σε μια προφορική παράδοση χιλιάδων ετών που έρχεται να εκλογικευτεί, να καταγραφεί σε γραπτά κείμενα (οι μεγάλες καταγραφές των προφορικών επών έγιναν άλλωστε λίγο πιο πριν, επι Πεισίστρατου) και να παραδοθεί κατα τους ελληνικούς χρόνους αποσιχμένη από την μυθική της προέλευση. Μόνο με μια μικρή αλλά σημαντική ανάπαυλα επι Σωκράτη-Πλάτωνα, ο μύθος θεωρείται για λίγο καιρό, ως η δυνατότητα του ιδανικού. Έτσι και ο Αριστόξενος, σαν ένα λογικιστής της εποχής του, αποποιείται και αρνείται να εντάξει στο επιστημονικό του σύγγραμα περι μουσικής, τις “κομπογιαννίτικες” θεραπευτικές πυθαγόρειες επωδές.

Την ίδια περίοδο συμβαίνει και κάτι άλλο που αφορά το γλωσσικό ιδίωμα της ελληνικής γλώσσας: αρχίζει σταδιακά να καταργείται η προσωδία στην προφορά του αρχαίου ελληνικού λόγου, μια διαδικασία που κορυφώθηκε στους αλεξανδρινούς με πρωτοχριστιανικούς αιώνες. Μέχρι το σημείο αυτό, η ελληνική γλώσσα εκφερότανε τραγουδιστά: η τραγουδιστή ιταλική γλώσσα που ακούμε σήμερα και τόσο θαυμάζουμε για την ομορφιά της, είναι αποτέλεσμα της επίδρασης που είχε το άκουσμα της αρχαίας ελληνικής στους Ρωμαίους, που επηρεάστηκαν και την εφάρμοσαν στη δικιά τους γλώσσα (στα πλαισια του περιβόητου “εκπολιτισμού” τους από τους Έλληνες).

Το γλωσσικό ιδίωμα ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της μουσικής των αρχαίων Ελλληνων. Η μουσική ενυπήρχε κυρίως στο ποιητικό μέτρο (βλ. Θρασύβουλος Γεωργιάδης, Μουσική και Γλώσσα: το ιστορικό γίγνεσθαι της δυτικής μουσικής στη μελοποίηση της λειτουργίας, Χαυδελμβέργη, 1954) κάτι που σίγουρα αφορούσε και τους Πυθαγόριους, εφόσον γνωρίζουμε ότι ήδη από τους Ορφικούς, η Αοιδή (το τραγούδι δηλαδή) ασκούσε μια μεταφυσική επίδραση στην ψυχή των ανθρώπων (Αλέξανδρος Πέτρου, Η αισθητική των Ελληνων, Σ. 58). Συν τοις αλλοις, η ενόργανη μουσική δεν υπήρχε αυτούσια αλλα οριζόταν ως συνοδευτική μουσική στο τραγούδι και ήταν πάντα μονοφωνική ενώ παρχουν ακόμη γενικότερες απόψεις ότι η χρήση των οργάνων στους αρχαίους Έλληνες άργησε να εμφανιστεί στα μουσικά δεδομένα ακόμη και ως συνοδευτική, εφόσον η γλώσσα από μόνη της θεωρείτο μουσική τέχνη καθεαυτό. Τα ήθη δε των μουσικων τρόπων, έχουν τις καταβολές τους στα αντίστοιχα ποιητικά μέτρα και από αυτά εξελίχθηκαν σε κλίμακες, τρόπους δηλαδή και όχι αντίθετα.

Λόγω των πιο πάνω δεδομένων, οφείλουμε να πάμε ένα βήμα παραπέρα από τις υποκειμενικές αναλύσεις του Αριστόξενου και να αναθεωρήσουμε το πλαίσιο στο οποίο οι Πυθαγόριοι εφάρμοζαν τις αρμονικές τους γνώσεις και ιδιαίτερα τους “Νόμους”, ή κατα άλλους τις “Αρμονίες” τους. Για αυτούς, “οι ήχοι αντηχούνε στην ψυχή, η οποία συνηχεί μαζί τους” (Πέτρου, σ. 174) και στηριζόμενοι σε αυτή τη θεωρία μπορούμε να επιβεβαιώσουμε (μαζί με μια πλειάδα άλλων αναφορών) ότι οι Αρμονίες, ήταν θεραπευτικά εργαλεία στενά συνυφασμένα με συμπαντικές και κοσμολογικές αντιλήψεις.

Ας αναλογιστούμε άλλωστε το μονόχορδο για λίγο. Μια χορδή που μοιράζεται σε 7 μέρη, τους 7 ήχους, οι οποίοι και συνυπάρχουν αναλογικά ο ένας προς τον άλλον. Πέρα από τον ιερό αριθμό 7, που για τους Πυθαγόριους αντιστοιχούσε στους 7 ευρέως διαδεδομένους πλανήτες, την επτάχορδη λύρα του Απόλλωνα και του Ορφέα, τα επτά ιερά φωνήεντα κτλ., τα 7 αυτά ηχητικά σημεία θα μπορούσανε να θεωρηθούνε και ως αντιστοιχίες στα 7 ενεργειακά κέντρα του ανθρωπίνου σώματος, μια θεωρία που ενυπάρχει απο αιώνες στον ινδουισμό και στις λοιπές θεολογικές αναζητήσεις της Ανατολής.

Τα κέντρα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι 7 κύριοι αδένες του ενδοκρινολογικού συστήματος που καθορίζουν και διανέμουν τις ορμόνες με την βοήθεια και του νευρολογικού συστήματος σε όλο μας το σώμα. Στο ερώτημα του τι αντιπροσωπεύει η χορδή στο ανθρώπινο σώμα, η ιατρική μας πληροφορεί επιβεβαιώνοντας την Τάντρα γιόγκα, ότι το νευρικό σύστημα (και εξυπακούεται οι αδένες) παίρνουν τις πληροφορίες τους κυρίως διαμέσου της σπονδυλικής στήλης. Σκεφτείτε το: η σπονδυλική στήλη σαν τη χορδή του ατόμου που πάλλεται, δίνοντας έτσι τους ηλεκτρικούς παλμούς των νευρώνων, τις συχνότητες δηλαδή, στους αδένες που με την σειρά τους, διοχετεύουν τις ορμόνες μέσα από το ενδοκρινολογικό σύστημα στα διάφορα όργανα μας.

Βλέπουμε ότι η σκέψη πίσω από το μονόχορδο και τις πυθαγόρειες αρμονίες, ή τους πυθαγόρειους “νόμους” αφορούσε την κάθαρση της ψυχής μέσα από ηχητικές συχνότητες που εξισορροπούσαν τα κύρια ενεργειακά και λειτουργικά κέντρα του ανθρώπου. Κύριο εργαλείο δε του ήχου, η ανθρώπινη φωνή. Αυτή την γνώση την συναντάμε όχι μόνο στους Πυθαγόριους, αλλά και στις περιγραφές των αιγυπτιακών ιερατικών κειμένων, των σανσκριτικών τεχνικών (μάντρα) αλλά και σε διάφορες αυτόχθονες φυλές όπως οι Ινδιάνοι της Αμερικής και φυλές της Αφρικής. Περισσότερα όμως σε ένα άλλο άρθρο μας.

Πηγή: Ηχοθεραπεία

Όμορφη Ζωή Άρθρα

Σχολιάστε

No apps configured. Please contact your administrator.

Αφήστε το σχόλιό σας !
Γράψτε το όνομά σας