Της Μαρίας Καλαϊτζή, (Ψυχοθεραπεύτρια – Ψυχοδραματίστρια)

Πρόλογος

Τώρα ας έρθει σε μένα μια νέα αντίληψη (Μαθήματα Θαυμάτων Νο 313)
Υπάρχει μια όραση που βλέπει όλα τα πράγματα αναμάρτητα έτσι ώστε ο φόβος φεύγει και προσκαλείται να έρθει η Αγάπη…

Ένα τριαντάφυλλο στην μέση του δρόμου. Ένα όμορφο φρέσκο τριαντάφυλλο με μια όμορφη κόκκινη κορδέλα στο κοτσάνι του.

Ένδειξη αγάπης- συγχώρεσης- συμφιλίωσης…. έρωτα; κι’ όμως στην μέση του δρόμου. Έκθετο σ’ αυτοκίνητα ή περαστικούς αδιάφορους, έτοιμοι να το πατήσουν προσπερνώντας την ομορφιά και το μήνυμα.

Τι άραγε έχει συμβεί; Εκείνη είναι ακόμα θυμωμένη; (Εκείνη; Ναι. Σε άντρα δύσκολα προσφέρεις τριαντάφυλλα. Κοινωνικά στερεότυπα βλέπεις).

Έχει πάρει μια τελεσίδικη απόφαση-κρίση ή μπορεί να το δεί αλλιώς;
Τα φύλλα του, το άρωμά του, παίρνουν ζωή. Στον νού ξετυλίγεται μια ιστορία…

Η ζωή ενός τριαντάφυλλου

Εγώ το τριαντάφυλλο, γεννήθηκα σ’ έναν κήπο. Πολλοί το λέγανε θερμοκήπιο.

Δεν είχα καταλάβει τι σήμαινε αυτό, μέχρι την ημέρα «της μεγάλης γιορτής». Έτσι την έλεγαν αυτοί που είχαν έρθει στον κήπο μας.

Τότε ήταν η μαμά, ο μπαμπάς, τα αδέλφια μου και κάποια ξαδέλφια που δεν ήταν τριαντάφυλλα, ήταν όμως λουλούδια σαν εμάς. Όμορφα δυνατά και μυρωδάτα.

Εκείνη την ημέρα, αυτοί που μέχρι τότε μας φρόντιζαν, φεύγοντας πήραν πολλούς μαζί τους. Μερικοί ήταν μέλη της οικογένειας, άλλοι όχι… Αλλά όλοι ήταν αδέλφια…
Η μαμά και ο μπαμπάς έκλαψαν πολύ.

Τότε έμαθα πως μόλις φύγω από τον κήπο δεν έχω παρά ελάχιστο χρόνο ζωής.

Στην καλύτερη περίπτωση να διατηρηθώ για δέκα-δεκαπέντε μέρες. Τι άραγε να σημαίνει αυτό?

Έτσι κάθε «γιορτή» μεγάλη ή μικρή πάντα φεύγανε και κάποια αδέλφια… Δεν τα ξαναείδα ποτέ…

Μια μέρα συζητώντας με την γιαγιά, που είχε χάσει πολλά παιδιά στις «γιορτές», μου είπε:
«Δεν έχει σημασία το ότι θα φύγεις, η ζωή και το άρωμά σου θα σβή σουν…αλλά το Πώς θα φύγεις…».

Αυτό γράφτηκε βαθειά μέσα μου. Τι ακριβώς εννοούσε; Μου πήρε καιρό να το καταλάβω – για την ακρίβεια, τόσο όσο χρειάζεται ένα τριαντάφυλλο να αναπτυχθεί σ’ ένα θερμοκήπιο μέχρι να το πουλήσουν σε κάποιο ανθοπωλείο και να το αγοράσει κάποιος.

Όλα αυτά είναι λεπτομέρειες ή μύθοι που πλανώνται μέσα στο θερμοκήπιο-κήπο και ποτέ δεν γύρισε κανείς για να τα επιβεβαιώσει. Έκτός από κάποια μισοπεθαμένα λουλούδια που επέστρεψαν και που δεν είπαν τίποτα άλλο εκτός από «νερό» ή «διψάω» και ξεψύχησαν.

Τι δίψα ήταν αυτή; Και γιατί τους έλλειπε τόσο το νερό; Τι βρισκόταν έξω από τον κήπο μας που βασάνιζε τα λουλούδια; Και τι ήταν αυτό που έλεγε η γιαγιά για τον τρόπο;

Όλα αυτά θα εύρισκαν απάντηση όταν άρχισε το ταξίδι…..

Εγώ το τριαντάφυλλο – που δεν έχω χώρα και πατρίδα – μεγάλωσα σ’ ένα θερμοκήπιο (τώρα το ξέρω καλά αυτό) μια μέρα με κόψανε. Ήταν νομίζω στις αρχές της άνοιξης, αν και έβρεχε πολύ ακόμα.

Ήταν πρίν από μια «γιορτή», όπως το λένε οι άνθρωποι.

Γιατί όσο και αν σας φαίνεται παράξενο, οι άνθρωποι και τα λουλούδια ενώνονται στις γιορτές. Μας προσφέρουνε σαν δώρα. Και εμας μας αρέσει να είμαστε δώρα, αρκεί να μην μας κακομεταχειρίζονται.

Έτσι και εγώ περήφανο, γνωρίζοντας ότι έχω μόνο 10-15 μέρες ζωής, θέλησα να γίνω το «δώρο». Δώρο αγάπης, συγχώρεσης, συμφιλίωσης.
Και τα αγκάθια μου τα μάζεψα… Σημασία έχει το Πώς, είχε πει η γιαγιά.

Και εγώ ήθελα να μείνω στην ανάμνηση κάποιων σαν ένα όμορφο μυρωδάτο κόκκινο τριαντάφυλλο που εκφράζει την Αγάπη.

Γιατί δεν ξέρω πως, αλλά απ’ ότι άκουσα από συζητήσεις στο θερμοκήπιο, κάθε λουλούδι εκφράζει κάτι διαφορετικό στην γλώσσα των ανθρώπων. Όχι δηλαδή ότι είμαστε όλα ίδια, αλλά για να σου πώ και την αλήθεια αυτήν την διαφορετικότητα δεν την κατάλαβα ποτέ. Όπως και να έχει, άλλος ο κόσμος των λουλουδιών και άλλος των ανθρώπων.

Όμως βαθειά μέσα μου θέλησα να μην ξεχάσω όλες αυτές τις αρετές, αξίες που μας απέδιδαν όταν γινόταν η μεγάλη «συλλογή». Θέλησα για τον κήπο μου, όπως και για τον κόσμο των ανθρώπων να γίνω μια μνήμη-ανάμνηση Αγάπης. Αυτό έδινε νόημα στο Πώς της γιαγιάς…

Η αλήθεια είναι πως στον κήπο μου (θερμοκήπιο για άλλους) ήμουν πάντα αγαπητό. Τους άρεσαν οι ιστορίες που έπλαθα με την φαντασία μου. Το άρωμά που ανέδιδα, ακόμα και τα αγκάθια μου, που είχα μάθει να τα βγάζω όταν χρειαζότανε να προστατέψω κάποιον ή εμένα (από φόβο δηλαδή, όχι από αγάπη – μην γελιόμαστε).

Έτσι λοιπόν την ημέρα που με πήραν από τον κήπο, δεν έφερα καμμία αντίσταση. Ούτε τα αγκάθια μου έβγαλα, ούτε τα φύλλα μου μάζεψα. Ετοιμάστηκα για το μεγάλο ταξίδι…

Δεν θυμάμαι πόσα χέρια πέρασα. Κάποια στιγμή βρέθηκα με άλλα τριαντάφυλλα από άλλους κήπους (θερμοκήπια). Κάποια ήταν θλιμμένα γιατί πήγαιναν στον θάνατο. Κάποια άλλα παραδομένα με κατήφεια στη μοίρας τους με το άρωμά τους να λιγοστεύει. Δεν μου άρεσε καθόλου αυτό. Υπήρξα ένα άξιο τριαντάφυλλο και ακόμα και αν πέθαινα θα πήγαινα στον θάνατο με αξιοσύνη.

‘Όταν βρέθηκα στο βάζο ενός «ανθοπωλείου» (Έτσι το λέγανε θυμάμαι) πολύ χάρηκα γιατί είχα δίπλα μου κάποιους όμορφους κρίνους που ψιθύριζαν ένα τραγούδι, μαγευτικό, απαλό, στην γλώσσα των κρίνων. Δεν την κατάλαβα ακριβώς, όμως μέσα μου μια νότα νοσταλγίας πλημμύρισε και γαλήνεψα.

Ο στόχος… Το νόημα… Το Πώς έχει σημασία, είπα…

Αργότερα βρέθηκα κάπου που πάγωσα, «ψυγείο» το είπαν. Τελικά είχα μάθει να καταλαβαίνω αρκετά από την γλώσσα των ανθρώπων.

Δεν ξέρω πόσο έμεινα εκεί, όμως ξαναπήρα ζωή στα χέρια εκείνου του ανθρώπου. Με «αγόρασε». Το άγγιγμά του είχε κάτι το θεσπέσιο, σαγηνευτικό θα έλεγα. Λες και το «ψυγείο» δεν υπήρξε ποτέ. Ζωντάνεψα. Έγινα η προσδοκία κάποιου. Η χαρά της προσμονής και η λύτρωση της προσφοράς του…

Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Δεν κατάλαβα πώς από τα χέρια του βρέθηκα σε άλλα. Πότε έμεινα στο τραπέζι και τι ακριβώς έγινε. Αυτός ο κόσμος των ανθρώπων έχει άλλους ρυθμούς από των λουλουδιών που ποτέ δεν τους αντιλήφθηκα.

Το μόνο που έννοιωσα ήταν όταν βρέθηκα σπίτι της. Εκεί τα αγκάθια μου ζωντάνεψαν και το άρωμά μου άρχισε να φθίνει. Τι ήμουν; Σύμβολο αγάπης ή θυμού; Συγχώρεσης ή διαχωρισμού; Μπερδεύτηκα…

Λίγο έχω ακόμα για να γίνω μια μνήμη-ανάμνηση και τώρα βρίσκομαι εδώ στην μέση του πουθενά «δρόμο» το λένε. Αυτοκίνητα, περαστικοί δεν μου δίνουν σημασία και ‘γω αργολιώνω. Ποιο το νόημα και το Πώς της γιαγιάς; Πού είσαι άραγε τώρα να με δείς…. Θα μαραθώ, θα πεθάνω χωρίς ελπίδα;

Τα φύλλα μου μαραίνωνται. Το άρωμά μου σβήνει και η κορδέλα αρχίζει ν’ αραιώνει στον μαραζωμένο κορμό μου.

Δεν εκπλήρωσα τον στόχο μου, δεν βρήκα τον σκοπό μου… σβήνω… και ο ήλιος γέρνει να βασιλέψει.

«Ένα σύμβολο επίκλησης αγάπης. Κάποιος φώναξε αγάπησέ με»

Ποιος με καλεί; Ένα τριαντάφυλλο πεταμένο στο δρόμο είμαι. Ποια είναι αυτή η φωνή? Και πώς βρίσκει ομορφιά σε ένα τριαντάφυλλο στη μέση του δρόμου;
Ομορφιά;… Ναι, τώρα όλα έχουν νόημα!!!

Είμαι ένα τριαντάφυλλο που προσκαλώ στην Αγάπη. Η αφορμή για κάθε περαστικό να δεί τη αγάπη στην ύπαρξή του, ακόμα και αν οι σειρήνες δεν τον αφήνουν.

Όταν τα χρώματα ροδίσουν καθώς θα σβήνουν στο ηλιοβασίλεμα εγώ θα ενώνομαι μαζί τους. Το άρωμά μου θα πλημμυρίζει τα ρουθούνια του και η άσφαλτος θα βαφτεί από το χρώμα του Αιώνιου Έρωτα για το Άνείπωτο.

Όμορφη Ζωή Άρθρα

Σχολιάστε

No apps configured. Please contact your administrator.

Αφήστε το σχόλιό σας !
Γράψτε το όνομά σας