Τα τρία γουρουνάκια και το άγχος

0
124

Ήταν κάποτε τρία γουρουνάκια που έκαναν παρέα συχνά, σε ένα ακριβό καφέ. Ήταν και τα τρία λειτουργικά και σε γενικές γραμμές έλεγαν στις συναντήσεις τους πως ήταν οκ με τη ζωή τους. Ήταν φίλοι που βρισκόντουσαν κάποιες χαλαρές Κυριακές, όταν ο καιρός και οι δουλειές επέτρεπαν. Αν και δεν ήταν λίγες οι φορές που οι υποχρεώσεις έφερναν αναβολή στην αγαπημένη τους συνάντηση, φρόντιζαν πάντα να μην αφήνουν μήνα χωρίς να συναντηθούν για να τα πουν.

 

Το Πρώτο γουρουνάκι, δούλευε ως γραμματειακή υποστήριξη σε μια εταιρία αλλαντικών. Ο μισθός δεν ήταν κάτι σπουδαίο, αλλά ανά διαστήματα έπαιρνε κάποια μπόνους ανάλογα με τις ώρες που δούλευε. Είχε σπουδάσει πολλά χρόνια ζωολογία αλλά δεν είχε κάνει τίποτα με αυτό. Δεν υπήρχαν δουλειές για την ειδικότητά του. Έλεγε πως η δουλειά του δεν είχε πολύ άγχος, εκτός όταν αγχώνονταν οι άλλοι γύρω του. Εντελώς τυχαία, αυτό ήταν κάθε μέρα. Προτιμούσε να πίνει έναν μεγάλο, χορταστικό καπουτσίνο χαλαρώνοντας με τους φίλους του.

Το Δεύτερο γουρουνάκι, ήταν ελεύθερος επαγγελματίας, λογιστής.

Συνεργαζόταν με έναν Λύκο που είχε αλυσίδα καταστημάτων σκυλοτροφών, και οι δουλειές πήγαιναν καλά. Φρόντιζε να είναι τακτοποιημένες οι εκκρεμότητες του κεντρικού καταστήματος αλλά έκανε και το γύρο του στα υποκαταστήματα για να μην υπάρχουν προβλήματα με το δημόσιο. Το τμήμα των λογιστικών των υλικών και της παραγωγής το είχε αναλάβει ένας Ξάδερφος του Λύκου που δεν συμπαθούσε πολύ -από τον τρόπο που τον κοίταζε κάθε φορά που βρισκόντουσαν για δουλειά.

Όλο έλεγε πως θα μάζευε λεφτά για να αφήσει το Λύκο και να ανοίξει δικό του γραφείο, αλλά όλο κάτι αγόραζε, γινόταν κάποια ζημιά, δάνειζε λεφτά σε κάποιον που εξαφανιζόταν και έτσι η κατάσταση έμενε απαράλλαχτη. Όταν οι άλλοι έπιναν καφέ, το γουρουνάκι αυτό προτιμούσε να πίνει κάποιο πράσινο τσάι, διότι ήθελε να κάνει πιο υγιεινή ζωή και αστειευόμενο να λέει πως θα ζήσει παραπάνω από τους φίλους του.

Το Τρίτο γουρουνάκι, είχε κληρονομήσει δύο διαμερίσματα και ένα κατάστημα που τα ενοικίαζε σε έναν Χασάπη και είχε ένα εισόδημα για να περνάει.

Είχε σπουδάσει μουσική, αλλά ποτέ δεν άσκησε το επάγγελμα γιατί αφενός ντρεπόταν, αφετέρου δεν πίστευε στον εαυτό του για να ανέβει μπροστά σε κόσμο. Ντρεπόταν τόσο που δεν έπαιζε μουσική καν μπροστά στα άλλα δύο γουρουνάκια… Ήταν ένα θέμα που από καιρό εις καιρό το άγγιζαν στην συζήτηση, αλλά κάθε φορά έβγαζε στο ίδιο: δεν ήταν η κατάλληλη εποχή. Όταν κάθονταν στα καναπεδάκια γύρω από το τραπέζι, το Τρίτο γουρουνάκι πάντα ζητούσε να δει τον κατάλογο, μόνο και μόνο για να παραγγείλει όλο απογοήτευση έναν γαλλικό με μια ιδέα λικέρ.

Κάθε συζήτηση ξεκινούσε με τα τελευταία ανέκδοτα για λύκους.

Σαν σε διαγωνισμό, το ένα ήταν πιο αστείο από το άλλο. Αφού ξεκαρδίζονταν  και πόναγε η κοιλίτσα τους από τα γέλια, με τα ροφήματά τους κρύα πια, έλεγαν τα νέα τους για τις μέρες που είχαν να ιδωθούν. Σχεδόν ποτέ δεν μιλούσαν για πολιτικά, για σχέσεις, για τον κόσμο. Που και που μιλούσαν για τον βιοπορισμό τους και περιέργως, ενώ δεν είχαν μεγάλη διαφορά στον τρόπο ζωής, κρυφά το κάθε γουρουνάκι ζήλευε τα άλλα δύο. Καμιά φορά, μετά τα ροφήματα έπαιρναν και κάτι αλκοολούχο και άρχιζαν και μιλούσαν για τις δυσκολίες τους.

Το Πρώτο γουρουνάκι, συχνά παραδεχόταν πως δεν έβγαζε τα λεφτά που ήθελε. Έμενε σε ένα αχυρένιο σπιτάκι και του έφτανε, αλλά ήξερε πως δεν ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακή η ζωή του και μονάχο συχνά κατέληγε στον καναπέ να βλέπει τηλεόραση μετά από μια εξουθενωτική μέρα, αν και έλεγε πως η πολλή δουλειά που είχε σήμαινε πως ήταν αναλώσιμο προσωπικό.

Το Δεύτερο γουρουνάκι, ήξερε πολλά για τις δουλειές του λύκου, αλλά επειδή είχε χρειαστεί να υπογράψει πράγματα όχι ακριβώς… “νόμιμα”, δεν τολμούσε να πει τίποτα στο λύκο και τον ξάδερφο του. Τα χρήματα ήταν καλά, τόσο που το ξύλινο σπίτι του είχε όλες τις ανέσεις. Δεν έπρεπε να παραπονιέται. Μπορεί “να μην του βγαίνουν τα κουκιά” για το όνειρό του, αλλά κάποια στιγμή “θα του κάτσει”. Οι άλλοι δύο φίλοι του κουνούσαν το κεφάλι τους συμφωνώντας και πίνοντας ένα γύρο ακόμα.

Το Τρίτο γουρουνάκι, κάθε φορά θα τους προσκαλούσε στο πέτρινο σπίτι του για να ψήσουν καλαμπόκια και να περάσουν το απόγευμά τους με περισσότερη χλιδή αντί για έναν καφέ και 1-2 σφηνάκια. Όμως το σπιτάκι του ήταν μακριά από το εμπορικό κέντρο και η επιστροφή για τα δύο εργαζόμενα γουρουνάκια θα ήταν πολύ δύσκολη, οπότε κάθε φορά έλεγαν και τα δύο “την επόμενη φορά”, μέχρι να ξεχαστεί. Τελικά, και αυτό το γουρουνάκι κατέληγε το βράδυ σπίτι μπροστά στην τηλεόραση να βλέπει θρίλερ μόνο του.

Κάθε ένα από τα γουρουνάκια, κρατούσε κρυφά από τους φίλους του, έναν πόνο που ζούσε.

Το Πρώτο γουρουνάκι είχε πόνο στο κεφάλι τόσο που νόμιζε πως πάει να σπάσει. Το αγνοούσε ή έπαιρνε κάποιο παυσίπονο για να μπορέσει να συνεχίσει τη μέρα του χωρίς να του δίνει σημασία.

Το Δεύτερο γουρουνάκι, πονούσε στο στομάχι, κάθε μεσημέρι που στα κεντρικά μαζεύονταν όλοι μαζί οι εργαζόμενοι για να φάνε. Ο λύκος ήταν κι αυτός στο τραπέζι και έκανε συνέχεια αστεία, και έπαιζε με το φαγητό του. Το γουρουνάκι έλεγε στον εαυτό του πως τα αστεία ήταν καλοπροαίρετα και δεν έδινε σημασία, πίνοντας λίγη σόδα στο τέλος του γεύματος μαζί με κάποιο αντί-όξινο, ελπίζοντας πως θα φύγει ο πόνος. Δυστυχώς, σπάνια λειτουργούσε.

Το Τρίτο γουρουνάκι, συχνά είχε έναν πόνο στο στήθος και δεν μπορούσε να αναπνεύσει μερικές φορές. Ενώ είχε πάει σε κτηνιάτρους δεξιά και αριστερά, κανένας δεν έβρισκε την αιτία του πόνου. Είχε πάρει διάφορα φάρμακα και φοβόταν μήπως του συμβεί κάτι όσο κοιμόταν, οπότε συχνά έμενε ξύπνιο το βράδυ και κοιμόταν μέχρι αργά το μεσημέρι της επόμενης μέρας.

Γι’ αυτό κιόλας τα γουρουνάκια δεν συναντιόνταν νωρίς στη μέρα τους, και το Τρίτο γουρουνάκι καθυστερούσε πάντα, ερχόμενο αλαφιασμένο ζητώντας συγγνώμη από το Δεύτερο γουρουνάκι που ερχόταν πάντα στην ώρα του, και το Πρώτο γουρουνάκι που έφτανε 3 λεπτά μετά.

Τα τρία φιλαράκια ενώ δεν μιλούσαν για αυτά που πραγματικά τους απασχολούσαν, βαθιά και σημαντικά, απολάμβαναν την παρέα τους και δεν θα την αντάλλασσαν για τίποτα στον κόσμο. Είχαν διαβάσει και το παλιό παραμύθι, το αρχαίο, αυτό με τα άλλα τρία γουρουνάκια που τα κυνηγούσε ο Κακός ο Λύκος -αυτά ήταν κατάλοιπα του παρελθόντος, πια είμαστε πολιτισμένοι…- και κατά κάποιον τρόπο τους “ταίριαζε” να κάνουν παρέα. Δεν αισθάνονταν πια την απειλή.

Είχαν ανεξάρτητες και σχετικά λειτουργικές ζωές. Είχαν ξεπεράσει τους παιδικούς τους φόβους για το “αν θα φύγουν από τη στάνη” και αν “θα καταλήξουν μπέικον αν δεν βρουν τη θέση τους στην κοινωνία”, όμως… κάτι τους έλειπε. Συχνά μάλιστα αστειεύονταν μεταξύ τους για το πως παραλίγο να τρελαθούν, εκείνη τη φορά που είχε γίνει σεισμός στην πόλη τους και θα τους τρέχανε στους “τρελο-γιατρούς”. Αυτό το αστείο όμως το έκαναν μόνο με το αλκοόλ να μιλάει…

Με τα χρόνια ήρθε λοιπόν και η ημέρα που ανακοινώθηκαν μέτρα από τον Πρωθαγεληγό της χώρας, πως έπρεπε πια να πληρώνουν ένα υπερβολικό ποσό για να μπορούν να μένουν στα σπιτάκια τους.

Αν δεν ήταν συνεπείς σε αυτόν τον φόρο, θα τα έχαναν. Και μετά; Είχαν κάποιο χρόνο από την ανακοίνωση των μέτρων, κάποιους μήνες, αλλά αυτό δεν το έκανε καλύτερο. Στην αρχή πανικοβλήθηκαν και έχασαν 2-3 συναντήσεις προσπαθώντας να δουν τι μπορούν να κάνουν και αν θα μπορούσε να γίνει μια εξαίρεση για αυτά. Στη συνέχεια, στις συναντήσεις τους δεν υπήρχε καθόλου… “μπρίο”. Δεν είχαν όρεξη να μιλήσουν πολύ. Καθόντουσαν και κοίταζαν το κενό, και αν καμιά φορά έριχναν μια ματιά το ένα στο άλλο, μετά κοίταζαν στο πάτωμα.

Ήταν σε μία από τις συναντήσεις τους που το Τρίτο γουρουνάκι, την ώρα του καφέ τους είπε “… παιδιά… ξέρετε… τη Δευτέρα που μας πέρασε, χρειαζόμουν κάπου να μιλήσω και δεν ήξερα τι να πω. Δεν μπορούσα να σηκωθώ καν από το κρεβάτι όλο το Σαββατοκύριακο και δεν ήξερα τι μου συμβαίνει. οπότε… πήγα σε κάποιον ειδικό…”. Τα άλλα δύο, το κοίταξαν με απορία και ξαφνιασμένα το ρώτησαν: “Δηλαδή;”

Τους είπε πως καιρό τώρα δεν μπορούσε να κοιμηθεί, δεν είχε όρεξη να φάει και δεν έβγαινε από το σπίτι. Πιεζόταν για να έρθει στις συναντήσεις τους αλλά και όταν γύριζε σπίτι του μετά, τα πράγματα ήταν ακόμα χειρότερα. Δεν ήξερε τι να κάνει, και τότε είδε σε ένα περιοδικό ένα άρθρο που αναφερόταν στην ανάγκη για “τη φροντίδα του εαυτού μας”. Το υπέγραφε μια γνωστή τηλεπερσόνα Αγελάδα, ειδικός ψυχικής υγείας. Βρήκε το τηλέφωνό της, έκλεισε ραντεβού και πήγε, μη γνωρίζοντας καλά-καλά τι ήθελε να της πει. Το μόνο που ήξερε ήταν πως δεν ήταν καλά.

Σε αυτή τη συνάντησή τους, τα γουρουνάκια μίλησαν -ίσως για πρώτη φορά- για σημαντικά πράγματα. Για θυμούς και παράπονα, για θέματα που τα απασχολούσαν πραγματικά, για πράγματα που ήξεραν και καταλάβαιναν. Είχε πέσει φυσικά η διάθεση από τον παλιό καλό τους “κύκλο της πλάκας” και τα τρία έφυγαν για τα σπίτια τους συνοφρυωμένα και σκεπτικά, αλλά με μια περίεργη ελαφρότητα.

Την επόμενη εβδομάδα, συναντήθηκαν λίγο-πολύ όλα μαζί την ίδια ώρα. Αφού έκαναν την καζούρα στο Τρίτο γουρουνάκι που ήταν μάλιστα πέντε λεπτά πιο νωρίς στην συνάντησή τους, μετά έπεσε πάλι μια ηχηρή σιωπή για κάποια ώρα. Τη σιωπή την έσπασε το Δεύτερο γουρουνάκι, ενημερώνοντας, πως βρήκε και αυτό κάποιον ειδικό να μιλήσει. Στις πιλάτες που πήγαινε για να κρατηθεί σε καλή κατάσταση, ανάμεσα σε ενεργειακές θεραπείες και τσάκρα και γιόγκα κτλ., ρώτησε με ποιον θα μπορούσε να μιλήσει για τις δυσκολίες του. Αν και το περιβάλλον ήταν πιο… εναλλακτικό, του πρότειναν να τολμήσει να ανοιχτεί περισσότερο για τα θέματά του, πρώτα να τα ορίσει, και μετά να αποφασίσει με τι μέθοδο να τα αντιμετωπίσει.

“Έτσι” είπε “κι εγώ πήγα σε ειδικό. Δεν σας κρύβω πως είμαι κι εγώ προβληματισμένο, αλλά για κάποιο λόγο, αρκετά ανακουφισμένο”. Τα γουρουνάκια κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και το Τρίτο γουρουνάκι, ψιλό-χαμογέλασε. Το Πρώτο γουρουνάκι κοίταξε χαμηλά και είπε “εγώ ντρέπομαι να πω σε έναν ξένο τα προσωπικά μου…”.

Μετά από μερικά δευτερόλεπτα σιγής είπε ακόμα “Όλοι μας κρίνουν. Όλοι λένε πως είναι φίλοι μας! Όλοι μιλάνε πίσω από την πλάτη μας, όπως κάνουμε εμείς προς αυτούς. Έχουμε γίνει ανέκδοτα για τους άλλους! Βαρέθηκα! Τι κάνουμε ούτως ή άλλως από το να πετάμε το χρόνο μας εδώ μέσα;!”. Χτύπησε κάτω το φλιτζάνι και μπροστά στα μάτια των άναυδων φίλων του, σηκώθηκε και έφυγε σχεδόν τρέχοντας από το καφέ. Τα άλλα δύο φιλαράκια του, κοιτάχτηκαν και σιωπηλά, κατάλαβαν πως και για τα τρία τους, μια άγνωστη αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει.

Μέσα στην εβδομάδα δεν μίλησαν καθόλου. Πέρασε η μέρα της συνάντησής τους, πέρασαν άλλες δύο και το πρωί της τέταρτης, το Τρίτο γουρουνάκι, πήρε στο τηλέφωνο τα άλλα δύο για να συναντηθούν.

Τους πρότεινε να τα πουν το Σαββατοκύριακο από κοντά και μάλιστα στο σπίτι του. Τους είπε πως θα ήταν από τις τελευταίες ευκαιρίες που θα είχαν για να το δούνε, γιατί φοβόταν πως σύντομα ίσως έπρεπε να το πουλήσει για να έρθει να μείνει κοντύτερα στο κέντρο της πόλης, σε κάτι μικρότερο. Είχε μάλιστα και νέα να τους ανακοινώσει. Το Δεύτερο γουρουνάκι είπε πως πρόσφατα είχε πουλήσει το αυτοκίνητό του “για να μαζέψει λεφτά”, και είχε πάρει ένα μηχανάκι, και πως αν δεν το πείραζε το Πρώτο γουρουνάκι, θα μπορούσε να περάσει να το πάρει να πάνε μαζί στο σπίτι του Τρίτου, για να μην ταλαιπωρηθεί. Το Πρώτο, μετά από μια μικρή σιγή, συμφώνησε και ευχαριστώντας τα φιλαράκια του, κανόνισε να συναντηθούνε κάπου κεντρικά για να πάνε το Σάββατο το πρωί.

Τα πνεύματα ήταν αρκετά ανεβασμένα μια και η μέρα ήταν ηλιόλουστη και είχε την αίσθηση της βόλτας στην εξοχή για τα δύο γουρουνάκια.

Επάνω στο μηχανάκι με τον αέρα δεν μπορούσαν να μιλήσουν και πολύ, οπότε ήταν βολικό που δεν είπαν και πολλά. Η διαδρομή ήταν ευχάριστη και κοίταζαν και τα δύο την εξοχή και τον δρόμο. Μετά από κάποια ώρα -που ούτε κατάλαβαν πως πέρασε- έφτασαν στο όμορφο πέτρινο σπιτάκι του Τρίτου. Αυτό άκουσε τα άλλα δύο και βγήκε να τα προϋπαντήσει και να τα οδηγήσει στον πίσω κήπο, με θέα το δάσος. Ήταν πάνω σε λόφο και το τοπίο ειδυλλιακό.

Και οι δύο επισκέπτες, σκέφτηκαν πως ήταν κρίμα που δεν είχαν έρθει πιο πριν επίσκεψη και αισθάνθηκαν πολύ χαζά για τις δικαιολογίες που είχαν φέρει στο παρελθόν. Το Τρίτο γουρουνάκι, που κατάλαβε τα βλέμματά τους, χαμογέλασε και τους πρόσφερε φρέσκο-ψημένα καλαμπόκια και φρουτοχυμούς κοκτέιλ, οδηγώντας τα να καθίσουν όλα μαζί στο περίπτερο του κήπου με τη θέα στο πράσινο.

Πριν καλά-καλά καθίσουν, το Πρώτο γουρουνάκι πήρε το λόγο αμέσως και ζήτησε συγγνώμη από τα φιλαράκια του για την συμπεριφορά του, την τελευταία φορά που συναντήθηκαν. Παραδέχθηκε πως φέρθηκε τελείως άσχημα, χαζά και αψυχολόγητα, τόσο που ούτε το ίδιο είχε καταλάβει τι έκανε όταν το έκανε. Τα άλλα δύο το κοίταξαν, κοίταξαν μεταξύ τους, του είπαν, “δεν πειράζει, καταλάβαμε πως δεν ήσουν καλά κι εσύ…” και συνέχισαν… με πιπεράτα χαμόγελα όπου έκαναν ένα-δύο αστεία για την συμπεριφορά του, και όλα μαζί άρχισαν να γελάνε, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα από “τον παλιό καλό καιρό”.

Έτσι πέρασε το μεσημέρι και ήρθε το απόγευμα με την ψυχρούλα και τη χαλαρωτική αράδα στον κήπο, διαδέχθηκε η παρέα μέσα στο σπίτι, πάλι με θέα, δίπλα στο τζάκι να ψήνουν κάστανα με μαγική μουσική.

Κάπου στη μέση του μπολ με τα κάστανα, το Τρίτο γουρουνάκι ρώτησε αν τους αρέσει η μουσική. Τα άλλα δύο είπαν με μία φωνή πως ήταν πολύ όμορφη και πως οι μουσικοί αυτοί -αν και δεν τους είχαν ακούσει- ήταν σίγουρα μεγάλες φίρμες από το εξωτερικό; “Και θέλαμε να σε ρωτήσουμε. Να μας πεις που να τους ακούσουμε!”. Τότε ήταν που το Τρίτο τους εξομολογήθηκε πως ήταν αυτό που έπαιζε όλα τα όργανα σε δική του μουσική που είχε ηχογραφήσει στο υπόγειο στούντιό του. Ήθελε καιρό να ξετυλίξει τη διάθεσή του για μουσική και σε συνδυασμό με την ψυχική συμβουλευτική που είχε κάνει και είχε σταματήσει πια για να ξεκινήσει τη ζωή του, είχε πλάνα και έμπνευση και… ήθελε να τα μοιραστεί μαζί τους!

Τους έδειξε το στούντιο και τους είπε πως για να το φτιάξει, είχε πουλήσει το κατάστημα στον Χασάπη. Τι κρίμα που θα έπρεπε να το αποσυναρμολογήσει και να το μεταφέρει, φεύγοντας, για να ετοιμαστεί για τη ζωή του στη μουσική. Δεν μπορούσε πια μόνο του να συντηρήσει ένα τόσο μεγάλο σπίτι. Αλλά δεν το πείραζε πολύ, γιατί είχε κουραστεί να “παλεύει” με το άγχος μη χάσει τα περιουσιακά του στοιχεία. Πλέον πίστευε στον εαυτό του και είχε πάρει πολύ καλές κριτικές όπου είχε παρουσιάσει τη μουσική του. Τους είπε μάλιστα πως από τότε που είχε ξαναπιάσει τα πνευστά όργανα για τη μουσική του, είχε “ξεφορτωθεί” κάτι δυσκολίες στο στέρνο και στην αναπνοή. Τα άλλα δεν είχαν ξανακούσει για το πρόβλημα υγείας του και έδειξαν ειλικρινά ενδιαφέρον. Τα καθησύχασε και συνέχισαν την χαλάρωση.

Κάπου εκεί, ανάμεσα στις σιωπές που έβγαιναν, μπροστά στο τζάκι που ξανανέβηκαν για να καθίσουν, το Δεύτερο γουρουνάκι τους είπε τα δικά του.

Τους είπε πως είχαν γίνει και σε αυτό “κοσμο-ιστορικά γεγονότα”. Τους είπε πως μετά από ένα γερό καυγά με τον Ξάδερφο του Λύκου και κάτι απειλές που του είπε ξεκάθαρα, άρχισε να μαζεύει στοιχεία εναντίον του. Μίλησε με τα Αδιάφθορα Λιοντάρια και με ιστορίες που ταίριαζαν σε αστυνομική ταινία ο Λύκος και οι συνεργοί του τιμωρήθηκαν παραδειγματικά. Τα χρήματα που είχαν κλέψει, υπεξαιρέσει και εκβιάσει, όταν βοήθησε να τα επιστρέψουν στους ιδιοκτήτες τους, κατέληξαν να έχουν μια καλή αμοιβή για την τιμιότητα και τον κόπο του.

Ο λόγος που είχε πάρει το μηχανάκι ήταν περισσότερο γιατί πάντα ονειρευόταν την ελευθερία της μηχανής και λιγότερο γιατί δεν μπορούσε να έχει αυτοκίνητο. Είχε επί τέλους αρκετά λεφτά για να ζήσει άνετα αλλά και για να ανοίξει το δικό του γραφείο. Προσπαθούσε να δει που θα ανοίξει την επιχείρησή του, πως θα την στελεχώσει, τέλος πάντων, πως θα πορευτεί τελικά.  Τους είπε επίσης, πως την την εβδομάδα που είχε δεχθεί την απειλή, είχε τέτοιους πόνους στο στομάχι που πήγε σε γιατρό και του είπε πως είχε κάποιον όγκο και πως έπρεπε να χειρουργηθεί άμεσα, την ίδια μέρα. Έτσι και έγινε, και κάπου εκεί πήρε την απόφαση για να ξεκινήσει όλο το γαϊτανάκι. Δεν ήθελε -αν ήταν κακό το αποτέλεσμα- να αφήσει μια κατάσταση τόσο άδικη να συνεχίζει.

Τελικά -ευτυχώς- δεν ήταν σοβαρή η ζημιά και σε χρόνο μηδέν ήταν “περδίκι” -φυσικά έκαναν πολλά αστεία για το cross-species εκείνη την ώρα. Ήταν στην ανατολή μιας νέας ζωής και ήθελε με τα φιλαράκια του να μοιραστεί τα όνειρά του.

Ήταν τότε που προς το τέλος της βραδιάς και ενώ ήταν ευχάριστα εξουθενωμένα που το Πρώτο γουρουνάκι τους είπε πως είχε χάσει τη δουλειά του και είχε πουλήσει το σπίτι του. Είχε συμβεί δυο μέρες πριν συναντηθούν την τελευταία φορά και ντράπηκε να τους το πει. Του είχαν πει οι προϊστάμενοι πως δεν έκανε για αυτή τη δουλειά και πως καλύτερα να έβρισκε κάτι που να του αρέσει περισσότερο ώστε να μπορεί να συγκεντρώνεται καλύτερα. Του έδωσαν μια καλή αποζημίωση γιατί ήταν εκεί πολλά χρόνια και με χαμόγελο το άφησαν να φύγει.

Έμενε προσωρινά σε ένα σταύλο ψάχνοντας να δει τι θα κάνει. Είχε φύγει ο κεφαλόπονος που ζούσε ΚΑΘΕ μέρα της ζωής του και γι’ αυτό ήταν αμφίθυμο για αυτό που του συνέβη. Όταν ήταν στο τελευταίο έτος της εκπαίδευσής του, είχε δει γιατρούς για τον πόνο του, αλλά όλοι του είχαν πει πως ήταν ψυχολογικός. Ο ειδικός που είχε δει του είχε φανεί “χασάπης” και δεν είχε κάνει τίποτα μετά, έπιασε και τη δουλειά στην εταιρία αλλαντικών και… Όταν είπε τα τελευταία αυτά, ήταν ήδη πολύ αργά για να γυρίσουν στην πόλη τα δύο από τα τρία.

Συνεπώς, περιχαρές το Τρίτο γουρουνάκι τους πρότεινε να πάρουν τα δύο υπόλοιπα δωμάτια που είχε ελεύθερα στο σπίτι. Το πρωί -όποτε ξυπνούσαν- θα έτρωγαν κάτι και θα μπορούσαν να συζητήσουν λίγο καλύτερα για το τι θα κάνουν.

Το βράδυ ήταν ήσυχο και τα τρία γουρουνάκια κοιμήθηκαν βαθιά και ήρεμα. Το πρωί, το Τρίτο γουρουνάκι ξύπνησε νωρίς και ξεκίνησε να φτιάχνει τον πρωινό χυλό με φρούτα και δημητριακά. Το Δεύτερο γουρουνάκι ξύπνησε από τη μυρωδιά και πήγε να βοηθήσει για να ετοιμάσει τους χυμούς και να μαζέψει τον χαμό του προηγούμενου βραδιού. Το Πρώτο γουρουνάκι, ξύπνησε κι αυτό τελευταίο και έτρεξε να βοηθήσει στο καθάρισμα και την τακτοποίηση. Όταν ήταν έτοιμο το πρωινό, κάθισαν πάλι μπροστά στο παράθυρο, στη θέα για να απολαύσουν όλες τις αισθήσεις τους.

Όταν είχαν τελειώσει, το Πρώτο γουρουνάκι τους είπε πως αν και “άστεγο” τον τελευταίο καιρό είχε ξανα-βουτήξει στα βιβλία του και είχε επικοινωνήσει με τον κτηνιατρικό σύνδεσμο για να δει τι χρειάζεται για να εξασκήσει το επάγγελμα του. Του είχαν πει πως έπρεπε να κάνει “το αγροτικό του” οπότε αυτός ήταν και ένας λόγος που είχε έρθει για να μιλήσει με το Τρίτο μήπως στην περιοχή του χρειάζονταν κάποιο ζώο με την ειδικότητά του. Το Τρίτο του εξήγησε πως πραγματικά υπάρχει έλλειψη καλών γιατρών έξω από την πόλη και σίγουρα θα έβρισκε κάτι. Οι αμοιβές μάλιστα ίσως να ήταν και καλύτερες.

“Πέφτουν περισσότερα λεφτά έξω από την πόλη, τώρα που ο κόσμος γυρίζει στην ύπαιθρο μετά από όλα αυτά τα σκάνδαλα στο κέντρο, η ζωή εδώ θα είναι πολύ καλύτερη. Κρίμα που θα πρέπει να φύγω…”. “Και γιατί να φύγεις;” ρώτησαν τα άλλα δύο. “Τι θα έλεγες να αγοράζαμε ένα μερίδιο από το σπίτι σου, για την ώρα και βλέπουμε;”. Και τα τρία είχαν γνώση του πως είναι να ζεις τη ζωή μόνο σου, τι δυσκολίες έχει και τι χρειάζεται για να λειτουργεί.

Κάθισαν λοιπόν και έκαναν ένα πλάνο για το πως θα μπορούσε να είναι η ζωή τους στο μέλλον. Ήταν μια πρώτη φορά που όλο ενέργεια τα γουρουνάκια έβλεπαν δυνατότητες. Ήταν μια πρώτη φορά που μιλούσαν και άκουγαν πραγματικά. Ήταν μια πρώτη φορά που γεύονταν και μύριζαν την ομορφιά της ελευθερίας αλλά και των ορίων της. Προφυλάσσονταν όχι τόσο με τον τρόπο ζωής τους, αλλά κυρίως με τον τρόπο σκέψης τους. Κάτι είχε μετακινηθεί μέσα τους και το αισθάνονταν πως ήταν καιρός για να προχωρήσουν στο υπόλοιπο της ζωής τους.

Και τα τρία σκέφτηκαν πως δεν είχε χρειαστεί να μαγειρέψουν λύκο για να ζήσουν αυτά καλά… (…κι εμείς καλύτερα).

Του Άγγελου Ιωακειμίδη

Διαβάστε ακόμη: Ο Ποθητός Εαυτός & Η Εικόνα Μου

 

Newsletter εγγραφή

 

Κύμα Ζωής

Σχολιάστε

No apps configured. Please contact your administrator.

Αφήστε το σχόλιό σας !
Γράψτε το όνομά σας