Την προηγούμενη εβδομάδα, ο επτάχρονος γιος μου ρώτησε: «Τι είναι ο Παράδεισος;» Δεν ήμουν έτοιμος να εξηγήσω στον εφτάχρονό μου γιατί είμαι άθεος κι έτσι τον ρώτησα τι θεωρούσε εκείνος ότι ήταν ο Παράδεισος.

 

απάντησε: «Εκεί που πας όταν πεθάνεις για να είσαι με την οικογένειά σου.» Είμαι 100 τοις εκατό σίγουρος ότι δεν υπάρχει Θεός και πιστεύω ότι η ιδέα ενός υπερβατικού όντος είναι παράλογη. Ωριμάζοντας, παραδέχομαι επίσης ότι η δική μου εξήγηση για το σύμπαν –αρχικά δεν υπήρχε τίποτα κι έπειτα εξερράγη– δεν είναι λιγότερο παράλογη.

Όταν ήμουν νεότερος, συνέχεια ψαχνόμουν και προσπαθούσα να αποκτήσω περισσότερα πράγματα. Περισσότερα λεφτά, περισσότερους επαίνους, περισσότερη επιρροή, πιο ενδιαφέρουσες εμπειρίες. Αλλά, σαν τους βρικόλακες σ’ ένα μυθιστόρημα της Αν Ράις (Anne Rice), που μπορούν να κάνουν σεξ αλλά ποτέ δεν ολοκληρώνουν, α-πλώς ποτέ και τίποτα δεν μου φαινόταν αρκετό. Μέχρι που απέκτησα παιδιά, η ζωή μου ήταν «Κι άλλα… θέλω κι άλλα, πού να πάρει». Η μόνη φορά που ένιωσα ποτέ κορεσμό ήταν όταν απέκτησα οικογένεια.

Ο μικρός μου γιος δυσκολεύεται να κοιμηθεί τώρα τελευταία κι έτσι διαλογιζόμαστε μαζί και κάνουμε μια σειρά διατάσεις και ασκήσεις για να καθαρίσουμε το μυαλό μας. Καθώς διαισθάνεται ότι υπάρχει μια στρατηγική για να καθυστερήσει τη διαδικασία του ύπνου, που διαρκεί καμιά ώρα, μου ζητάει, όποιο βράδυ είμαι στο σπίτι, να «καθαρίσω το μυαλό του». Ακολουθούμε όλα τα βήματα και τελειώνω σέρνοντας τον δείκτη μου στο μέτωπό του, τη μύτη του και τα χείλη του, περνάω από το σαγόνι του και καταλήγω στο καρύδι του.

Αποκοιμιέται, ξυπνάει, ανακαλύπτει ότι είμαι δίπλα του, αλλάζει πλευρό, πετάει το πόδι του και το χέρι του πάνω μου και αποκοιμιέται ξανά. Εκείνη τη στιγμή όλο αυτό φαίνεται λογικό. Είμαι με την οικογένειά μου, τους προστατεύω, δυνατός, αιώνιος, αθάνατος. Το παιδί μου με εκτιμά για πράγματα που δεν έχουν καμία σχέση με τον μοντέρνο, υλικό κόσμο μας και με θέλει. Είμαι με την οικογένειά μου, με αγαπάνε και είμαι γαλήνιος. Είμαι στον παράδεισο.

Δεν πιστεύω ότι πηγαίνουμε σ’ έναν άλλο κόσμο, όμως πιστεύω ότι μπορούμε να πάμε στον παράδεισο όταν ακόμα είμαστε εδώ στη Γη. Όταν θα πλησιάζει το τέλος μου, θέλω να ξαπλώσουν δίπλα μου τα αγόρια μου και η γυναίκα μου, να καθαρίσουν το μυαλό μου, να σύρουν τα δάχτυλά τους στο μέτωπό μου και να με τυλίξουν με τα χέρια τους και τα πόδια τους. Αυτό θέλω… δεν χρειάζομαι τίποτε άλλο. Θα καταφέρω να πάω στον παράδεισο, απλώς λίγο πιο νωρίς.

 

Απόσπασμα από το βιβλίο: «Η άλγεβρα της ευτυχίας», του Σκοτ Γκάλογουεϊ από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.
Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ

 

Newsletter εγγραφή

 

Όμορφη Ζωή Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα του συντάκτη Όμορφη Ζωή Άρθρα (όλα τα άρθρα)

Σχολιάστε

No apps configured. Please contact your administrator.

Αφήστε το σχόλιό σας !
Γράψτε το όνομά σας